συνδάκνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to bite together
    • Middle:
      • to smart
      • to feel sudden great pain
  • Cognates: δάκνω
  • Forms:
    • συνεδήχθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
συνδεδεμένα
  • Parse: Verb: Perf Pass Part Nom Plur Neut
  • Root: συνδέω
συνδεδεμένοι
  • Parse: Verb: Perf Pass Part Nom Plur Masc
  • Root: συνδέω
συνδείπνει
συνδειπνέω
σύνδειπνοι
σύνδειπνος
συνδειπνοῦσι
συνδειπνοῦσιν
σύνδενδρον
σύνδενδρος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: forested, covered with trees
  • Cognates: δένδρος, σύνδενδρος
  • Forms:
    • σύνδενδρον
      • Adj: Acc Sing Masc/Fem
      • Adj: Nom/Acc Sing Neut
συνδέθητε
  • Parse: Verb: Aor Pass Imperative 2nd Plur
  • Root: συνδέω
συνδεθήτω
  • Parse: Verb: Aor Pass imperative 3rd Sing
  • Root: συνδέω
σύνδεσμοι
σύνδεσμον
σύνδεσμος
Masculine
 SingularPlural
NOMσύνδεσμοςσύνδεσμοι
GENσυνδέσμουσυνδέσμων
DATσυνδέσμῳσυνδέσμοις
ACCσύνδεσμονσυνδέσμους
VOCσύνδεσμεσύνδεσμοι
συνδέσμους
συνδέσμῳ
συνδέσμων
συνδέω
  • Present
  • Imperfect
  • Future
  • συνδήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • Aorist
  • συνεδέθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
  • συνδέθητε Verb: Aor Pass Imperative 2nd Plur
  • συνδεθήτω Verb: Aor Pass imperative 3rd Sing
  • σύνδησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • συνέδησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνέδησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • συνδεδεμένα Verb: Perf Pass Part Nom Plur Neut
  • συνδεδεμένοι Verb: Perf Pass Part Nom Plur Masc
σύνδησον
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • Root: συνδέω
συνδήσω
συνδιδασκαλίταις
συνδιδασκαλίτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: fellow-pupil, fellow-disciple
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυνδιδασκαλίτηςσυνδιδασκαλίται
GENσυνδιδασκαλίτουσυνδιδασκαλιτῶν
DATσυνδιδασκαλίτῃσυνδιδασκαλίταις
ACCσυνδιδασκαλίτηνσυνδιδασκαλίτας
συνδιώκω
συνδιώξαντες
σύνδουλοι
συνδούλοις
σύνδουλον
σύνδουλος
Masculine
 SingularPlural
NOMσύνδουλοςσύνδουλοι
GENσυνδούλουσυνδούλων
DATσυνδούλῳσυνδούλοις
ACCσύνδουλονσυνδούλους
VOCσύνδουλεσύνδουλοι
συνδούλου
συνδούλους
συνδούλων
συνδοξάσῃ
συνδοξασθῶμεν
συνδοξάζω
συνδραμόντες
συνδραμοῦνται
συνδράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to sit in judgment
    • to do together, help in doing
    • to do likewise
  • Cognates: δράω, συνδράω
  • Forms:
    • συνέδρων Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
συνδρομάς
συνδρομή
Feminine
 SingularPlural
NOMσυνδρομήσυνδρομαί
GENσυνδρομῆςσυνδρομῶν
DATσυνδρομῇσυνδρομαῖς
ACCσυνδρομήνσυνδρομάς
VOCσυνδρομήσυνδρομαί
συνδυάσω
συνδυάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to join two by two
    • to couple
    • to pair up
    • to be joined with (someone)
    • to be in collusion
    • to act in unison with
  • Forms:
    • συνδυάσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing