παραναγινώσκω
παραναγνούς
παραναγνωσθέντος
παρανακλίνω
παραναλίσκω
παρανέκλινας
παρανηλώμεθα
παράνοια
παράνομα
παρανομεῖν
παρανομεῖς
top
παρανομεῖτε
παρανομέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to act contrary to the law, break the law, transgress the law, act unlawfully, be opposed to law
  • Cognates: ἀνομέω, ἰσονομέω, οἰκονομέω, παρανομέω
  • Forms:
    • παρανομοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • παρανομεῖν Verb: Pres Act Infin
    • παρανομεῖς Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • παρανομεῖτε Verb: Pres Act Imp 2nd Plur
    • παρανομήσασιν Verb: Aor Act Part Dat Plur Masc
    • παρανομοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
    • παρανομούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • παρανομούσης Verb: Pres Act Part Gen Sing Fem
    • παρανομοῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • παρανομῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • παρηνόμουν Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
παρανομήσασιν
παρανομία
παρανομίᾳ
παρανομίαι
παρανομίαις
παρανομίαν
παρανομίας
παράνομοι
παρανόμοις
παράνομον
παράνομος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • contrary to law, lawless, unlawful
    • Substantival:
      • transgressor
  • Cognates: ἄνομος, ἔννομος, νόμος, οἰκονόμος, παράνομος, χριστόνομος
  • Forms:
    • παράνομα Adj: Acc Plur Neut
    • παράνομοι Adj: Nom Plur Masc
    • παρανόμοις Adj: Dat Plur Masc
    • παράνομον Adj: Acc Sing Masc
    • παρανόμου Adj: Gen Sing Masc
    • παρανόμους Adj: Acc Plur Masc
    • παρανόμῳ Adj: Dat Sing Masc
top
παρανόμου
παρανομοῦντες
παρανομοῦντος
παρανομούντων
παρανόμους
παρανομούσης
παρανομοῦσιν
παρανόμῳ
παρανομῶν
παρανόμως