παραθαλασσίαν
παραθαλασσίας
παραθαλάσσιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: upon the sea coast, near the sea, along the seashore, i.e., maritime (lacustrine)
  • Forms:
παραθαλαττίοις
παραθαλασσίους
παραθαλασσίῳ
παραθαρσύνω
  • Meaning: to embolden, cheer on, encourage
  • Forms:
    • παραθαρσύνας
      • Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
      • Part: Aor Act Nom Sing Masc
    • παρεθάρσυνον Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • παρεθάρσυνον Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
    • παρεθάρσυνεν
      • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
      • Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
παραθεῖναι
παράθεμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: appendage
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπαράθεμαπαραθέματα
GENπαραθέματοςπαραθεμάτων
DATπαραθέματιπαραθέμασι(ν)
ACCπαράθεμαπαραθέματα
παραθέματος
παραθέντος
παραθερμαίνω
  • Meaning: to heat to excess, increase the heat, warm
  • Forms:
    • παρατεθέρμανται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Plur
παράθες
παραθέσει
παραθέσεις
παραθέσεως
παραθέσθαι
παράθεσι, παράθεσιν
παράθεσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • store of provisions
    • something stored for the future
    • food set before (someone)
    • neighbourhood, juxtaposition
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπαράθεσιςπαραθέσεις
GENπαραθέσεωςπαραθέσεων
DATπαραθέσειπαραθέσεσι(ν)
ACCπαράθεσι(ν)παραθέσεις
παράθετε
παραθεωρέω
  • Meaning: to neglect, overlook, disregard, leave unnoticed
  • Forms:
    • παρεθεωροῦντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
παραθήκη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • state of being entrusted for safe keeping
    • deposit, (something) committed unto, a trust
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπαραθήκηπαραθῆκαι
GENπαραθήκηςπαραθηκῶν
DATπαραθήκῃπαραθήκαις
ACCπαραθήκηνπαραθήκας
VOCπαραθήκηπαραθῆκαι
παραθήκῃ
παραθήκην
παραθήσει
παραθήσῃ
παραθήσεις
παραθήσομαι
παραθήσομεν
παραθήσω
παραθλίβω
  • Meaning:
    • to press at the side
    • to press close
    • to hold
    • to detain
  • Forms:
    • παραθλίψατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
παραθλίψατε
παράθου
παραθῶ
παραθῶσι, παραθῶσιν