παραθαλασσίαν
παραθαλασσίας
παραθαλάσσιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: upon the sea coast, near the sea, along the seashore, i.e., maritime (lacustrine)
  • Cognates: θαλάσσιος, παραθαλάσσιος
  • Forms:
    • παραθαλασσίαν Adj: Acc Sing Fem
    • παραθαλασσίας Adj: Gen Sing Fem
    • παραθαλασσίους Adj: Acc Plur Fem
παραθαλασσίους
παραθαρσύνω
παραθεῖναι
παράθεμα
Neuter
 SingularPlural
NOMπαράθεμαπαραθέματα
GENπαραθέματοςπαραθεμάτων
DATπαραθέματιπαραθέμασι(ν)
ACCπαράθεμαπαραθέματα
παραθέματος
παραθέντος
παραθερμαίνω
παράθες
παραθέσει
παραθέσεις
παραθέσεως
παραθέσθαι
παράθεσι
παράθεσιν
παράθεσις
Feminine
 SingularPlural
NOMπαράθεσιςπαραθέσεις
GENπαραθέσεωςπαραθέσεων
DATπαραθέσειπαραθέσεσι(ν)
ACCπαράθεσι(ν)παραθέσεις
παράθετε
παραθεωρέω
παραθήκη
Feminine
 SingularPlural
NOMπαραθήκηπαραθῆκαι
GENπαραθήκηςπαραθηκῶν
DATπαραθήκῃπαραθήκαις
ACCπαραθήκηνπαραθήκας
VOCπαραθήκηπαραθῆκαι
παραθήκῃ
παραθήκην
παραθήσει
παραθήσεις
παραθήσομαι
παραθήσομεν
παραθήσω
παραθλίβω
παραθλίψατε
παράθου
παραθῶ
παραθῶσι
παραθῶσιν