παραριθμέω
παραρρέον
παραρρέω
παραρριπτεῖσθαι
παραρριπτέω
παραρρίπτω
παράρριψον
παραῤῥυέω
παραρρυῇς
παράρρυμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • curtain (of leather, hair or cloth)
    • a protective covering stretched along the side (of ships to protect the men)
    • something stretched over
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπαράρρυμαπαραρρύματα
GENπαραρρύματοςπαραρρυμάτων
DATπαραρρύματιπαραρρύμασι(ν)
ACCπαράρρυμαπαραρρύματα
παραρρύματα
παραρρυῶμεν
παραρυῶμεν