παραριθμέω
παραρρέον
παραρρέω
παραρριπτεῖσθαι
παραρριπτέω
παραρρίπτω
παράρριψον
παραῤῥυέω
παραρρυῇς
top
παράρρυμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • curtain (of leather, hair or cloth)
    • a protective covering stretched along the side (of ships to protect the men)
    • something stretched over
  • Forms:
    • παραρρύματα Noun: Acc Plur Neut (Ex. 35:11)
παραρρύματα
παραρρυῶμεν
παραρυῶμεν