παρθένεια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: maidenhood, virginity
παρθένια
  • Parse: Noun: Nom/Acc Plur Neut
  • Meaning:
    • virginity
    • sign or token proving virginity
παρθενία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: virginity, maidenhood
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπαρθενίαπαρθενίαι
GENπαρθενίαςπαρθενιῶν
DATπαρθενίᾳπαρθενίαις
ACCπαρθενίανπαρθενίας
VOCπαρθενίαπαρθενίαι
παρθενίᾳ
παρθενίας
παρθενικά
παρθενικόν
παρθενικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • of or for a maiden
    • time in life when a female is young
  • Forms:
    • παρθενικά Adj: Acc Plur Neut
    • παρθενικόν Adj: Acc Sing Masc
παρθένοι
παρθένοις
παρθένον
παρθένος
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: virgin, a maiden, an unmarried daughter, young woman of marriageable age
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπαρθένοςπαρθένοι
GENπαρθένουπαρθένων
DATπαρθένῳπαρθένοις
ACCπαρθένονπαρθένους
VOCπαρθένεπαρθένοι
παρθένου
παρθένους
παρθένῳ
παρθένων