παραχαράσσετε
παραχαράσσω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to imitate, debase, counterfeit
  • Cognates: χαράσσω, παραχαράσσω
  • Forms:
    • παραχαράσσετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
παραχέειν
παραχειμάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to winter, spend the winter
  • Cognates: χειμάζω
  • Forms:
    • παραχειμάσαι Verb: Aor Act Infin
    • παραχειμάσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • παρακεχειμακότι Verb: Perf Act Part Dat Sing Masc
παραχειμάσαι
παραχειμασία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: winter in, a wintering over
  • Forms:
    • παραχειμασίαν Noun: Acc Sing Fem
παραχειμασίαν
παραχειμάσω
παραχέω
παραχράομαι
παραχρῆμα
  • Parse: Adverb
  • Meaning: immediately, at once, forthwith, presently, straightway, soon, at the thing itself, i.e., instantly
top
παραχρήσῃ
παραχωρέω
παραχωρήσαντες
παραχωρήσειν