παρῇ
παρήγαγε(ν)
παρηγγείλαμεν
παρηγγείλαν
παρήγγειλε(ν)
παρήγγελλε(ν)
παρηγγέλλετε
παρηγγέλλομεν
παρηγγέλμενα
παρηγγελμέναις
παρηγγύησε
παρῆγε(ν)
  • Parse: Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
  • Root: παράγω
παρῆγον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: παράγω
παρηγορεῖν
παρηγορέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to address, exhort, persuade, counsel
  • Forms:
    • παρηγορεῖν Verb: Pres Act Infin
παρηγορία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • comfort, compassion
    • exhortation
    • consolation
    • benevolence
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπαρηγορίαπαρηγορίαι
GENπαρηγορίαςπαρηγοριῶν
DATπαρηγορίᾳπαρηγορίαις
ACCπαρηγορίανπαρηγορίας
VOCπαρηγορίαπαρηγορίαι
παρηγορίαις
παρηγορίαν
παρῆκαν
παρηκολούθηκας
παρηκολουθηκότι
παρηκολουθηκότων
παρηκολουθηκώς
παρηκολούθησας
παρηκολούθησεν
παρήκουσα
παρήκουσαν
παρήκουσας
παρηκούσατε
παρῆλθαν
παρῆλθε(ν)
παρῆλθες
παρήλθετε
παρήλθομεν
παρῆλθον
παρήλθοσαν
παρηλλαγμένα
παρηλλαγμένῃ
παρηλλαγμένον
  • Parse:
    • Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Neut
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc/Neut
  • Root: παραλλάσσω
παρῆν
παρήνεγκαν
παρήνει
παρηνέχθησαν
παρηνόμουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: παρανομέω
παρηνώχλησα
παρηνώχλησαν
παρηνώχλησας
παρηνώχλησε(ν)
παρηρίθμησε(ν)
παρῇς
παρῆσαν
παρήσει
παρήσομεν
παρησφαλίσατο
παρήσω
παρῃτεῖτο
παρητημένον
  • Parse:
    • Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Neut
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc/Neut
  • Root: παραιτέομαι
παρητήσαντο
παρῃτήσατο
παρῄτηται
παρητοῦντο
παρήχθη