παράταξαι
παραταξαμένους
παρατάξασθαι
παρατάξασθε
παρατάξει
παρατάξεις
παρατάξεται
παρατάξεων
παρατάξεως
παρατάξῃ
παρατάξηται
παράταξιν
παράταξις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a proper array, orderly arrangement
    • procession (of soldiers)
    • a battle formation, placing in line of battle
    • Plural: furnishings, possessions
  • Cognates: διάταξις, παράταξις, πρόσταξις, σύνταξις, τάξις
  • Forms:
    • παρατάξεις Noun: Nom/Acc Plur Fem
    • παρατάξει Noun: Dat Sing Fem
    • παρατάξεων Noun: Gen Plur Fem
    • παρατάξεως Noun: Gen Sing Fem
    • παράταξιν Noun: Acc Sing Fem
παρατάξονται
top
παραταξώμεθα
παρατάσσεται
παρατασσόμενοι
παρατασσόμενος
παρατάσσονται
παρατάσσω
παρατέθειται
παρατεθέντα
παρατεθέρμανται
παρατεθῆναι
παράτεινον
top
παρατείνοντα
παρατείνουσαν
παρατείνω
παρατενεῖ
παρατέταγμαι
παρατέτακται
παρατηρεῖν
παρατηρεῖσθε
παρατηρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to watch closely, observe carefully
    • to watch (someone's actions)
    • to watch maliciously (i.e., to lie in wait for)
    • to watch for (an opportunity)
    • to watch, guard (i.e., guard the gates)
    • to keep religious observances
  • Cognates: διαπαρατηρέω, διατηρέω, ἐπιτηρέω, παρατηρέω, συντηρέω, τηρέω
  • Forms:
    • παρατήρησιν
      • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass Subj 2nd Sing
    • παρατηρεῖν Verb: Pres Act Infin
    • παρατηρεῖσθε Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Plur
    • παρατηρήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • παρατηρήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • παρατηρήσῃ Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
    • παρατηρούμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • παρατηροῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • παρετήρησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • παρετήρουν Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • παρετηροῦντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • παρετηροῦσαν Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
παρατηρήσαντες
παρατηρήσεται
top
παρατηρήσεως
παρατηρήσῃ
παρατήρησιν
παρατήρησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • observation, inspection, i.e., ocular evidence
    • observance of legal or religious functions
  • Cognates: διατήρησις, παρατήρησις, τήρησις
  • Forms:
    • παρατήρησιν Noun: Acc Sing Fem
    • παρατηρήσεως Noun: Gen Sing Fem
παρατηρούμενοι
παρατηροῦντες
παρατιθέασιν
παρατίθεμαι
παρατιθέμενα
παρατιθέμενον
παρατιθέμενος
παρατιθέναι
παρατίθενται
παρατιθέσθωσαν
top
παρατίθεται
παρατίθημι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to deposit, set or place (someone or something) before another (e.g., set food before the king)
      • to put before (e.g., present some teaching to someone)
      • to place beside
      • to serve (food)
      • to store up
      • to expose, communicate (words)
    • Middle:
      • to set, spread
      • to give over, entrust, commend
      • to demonstrate, point out
      • to quote
      • to leave (money) in trust, place in trust
      • to set before, expose, communicate
      • to entrust the care (of someone to someone else)
    • Passive:
      • to be entrusted to
  • Cognates: ἀνατίθημι, ἀντιδιατίθημι, ἀντιτίθημι, ἀποτίθημι, διατίθημι, ἐκτίθημι, ἐντίθημι, ἐπιπροστίθημι, ἐπιτίθημι, κατατίθημι, μετατίθημι, παρακατατίθημι, παρατίθημι, περιτίθημι, προσανατίθημι, προστίθημι, προτίθημι, συγκατατίθημι, συνεπιτίθημι, συντίθημι, τίθημι, ὑπερτίθημι, ὑποτίθημι
  • Forms:
    • παρατίθενται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • παραθῶ Verb: Aor Act Subj 1st Sing
    • παραθεῖναι Verb: 2Aor Act Infin
    • παραθέντος Verb: Aor Act Part Gen Sing Masc/Neut
    • παράθες Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • παραθέσθαι Verb: Aor Mid Infin
    • παράθετε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • παραθήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • παραθήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • παραθήσομαι Verb: Fut Mid Deponent Ind 1st Sing
    • παραθήσομεν Verb: Fut Act Ind 1st Plur
    • παραθήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • παράθου Verb: 2Aor Mid Ind 2nd Sing
    • παραθῶσι Verb: 2Aor Act Subj 3rd Plur
    • παραθῶσιν Verb: 2Aor Act Subj 3rd Plur
    • παρατέθειται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • παρατεθέντα Verb: Aor Pass Part Acc Plur Neut
    • παρατεθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • παρατιθέασιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • παρατίθεμαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • παρατιθέμενα Verb: Pres Pass Part Acc Plur Neut
    • παρατιθέμενον Verb: Pres Pass Part Acc Sing Neut
    • παρατιθέμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • παρατιθέναι Verb: Aor Pass Infin
    • παρατιθέσθωσαν Verb: Pres Pass Imperative 3rd Plur
    • παρατίθεται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
    • παρατιθῶσι Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • παρατιθῶσιν Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • παρεθέμην Verb: Aor Mid Ind 1st Sing
    • παρέθεντο Verb: 2Aor Mid Ind 3rd Plur
    • παρέθετο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • παρέθηκαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • παρέθηκε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • παρέθηκεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • παρετέθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
παρατιθῶσι
παρατιθῶσιν
παρατρέχειν
παρατρέχοντα
παρατρέχοντες
παρατρεχόντων
top
παρατρέχουσα
παρατρέχουσιν
παρατρέχω
παρατριβή
παρατυγχάνοντας
παρατυγχάνω