παράλαβε
παραλαβεῖν
παραλαβόντα
παραλαβόντες
παραλαβόντος
παραλάβω
παραλαβών
παραλαλέω
παραλαλοῦντος
παραλαμβάνει
παραλαμβάνεται
παραλαμβάνοντες
παραλαμβάνουσι
παραλαμβάνουσιν
top
παραλαμβάνω
παραλέγομαι
παραλεγόμενοι
παραλείπουσαι
παραλείπω
παραλελοιπέναι
παραλελυμένα
top
παραλελυμένοι
παραλελυμένον
παραλελυμένος
παραλελυμένους
παραλελυμένῳ
παραλημφθεῖσαν
παραλημφθήσεται
παραλήμψεται
παραλήμψομαι
παραλημψόμενος
παραλήμψονται
παραληφθήσεται
παραλήψεται
παραλήψομαι
παραλήψονται
top
παραλία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: seashore, seaboard
  • Forms:
    • παραλίαν Noun: Acc Sing Fem
    • παραλίας Noun: Gen Sing Fem
παραλίᾳ
παραλίαν
παραλίας
παράλιον
παράλιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: along the coast, coastal, shore, sea coast, beside the salt (sea), i.e., maritime
  • Cognates: ἐνάλιος, παράλιος
  • Forms:
    • παραλίᾳ Adj: Dat Sing Fem
    • παραλίαν Adj: Acc Sing Fem
    • παραλίας Adj: Gen Sing Fem
    • παράλιον Adj: Nom Sing Neut
    • παραλίου Adj: Gen Sing Fem
    • παραλίους Adj: Acc Plur Masc
παραλίου
παραλίους
παραλιπεῖν
παραλλαγή
παραλλαγῇ
παραλλάξαι
top
παραλλάξεως
παράλλαξις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: change, alternation, alternating motion
  • Forms:
    • παραλλάξεως Noun: Gen Sing Fem
παράλλαξον
παραλλάσσον
παραλλάσσουσι
παραλλάσσουσιν
παραλλάσσω
παραλογιζέσθω
παραλογίζεται
παραλογίζηται
παραλογίζομαι
top
παραλογιζόμενοι
παραλογισαμένους
παραλογισαμένων
παραλογισμοί
παραλογισμοῖς
παραλογισμός
παραλογισμῷ
παραλόγως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: unreasonably, in an unreasonable manner
παραλυθήσονται
παραλῦσαι
παραλύσει
παράλυσι
παράλυσιν
παράλυσις
top
παραλυτικόν
παραλυτικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adj.: paralyzed, crippled, disabled, incapacitated
    • Subst.: lame (person), paralytic
  • Cognates: κωλυτικός, παραλυτικός
  • Forms:
    • παραλυτικόν Adj: Acc Sing Masc
    • παραλυτικούς Adj: Acc Plur Masc
    • παραλυτικῷ Adj: Dat Sing Masc
παραλυτικούς
παραλυτικῷ
παράλυτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: lame
παραλύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to disband, undo
      • to weaken, disable, enfeeble
      • to bring down (the proud)
      • to pay (the penalty)
      • to paralyze
      • to be a paralytic
    • Passive:
      • to be loosed (of clothing)
      • to be weakened
      • to be feeble (in the limbs)
      • to be paralyzed
      • to be exhausted
  • Cognates: ἀναλύω, ἀπολύω, διαλύω, ἐκλύω, ἐπιλύω, καταλύω, λύω, παραλύω, περιλύω, συλλύω, συναπολύω, ὑπολύω
  • Forms:
    • παραλελυμένα Verb: Perf Pass Part Acc Plur Neut
    • παραλελυμένοι Verb: Perf Pass Part Nom Plur Masc
    • παραλελυμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Masc
    • παραλελυμένος Verb: Perf Pass Part Nom Sing Masc
    • παραλελυμένους Verb: Perf Mid Part Acc Plur Masc
    • παραλελυμένῳ Verb: Perf Pass Part Dat Sing Masc
    • παραλυθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • παραλῦσαι Verb: Aor Act Infin
    • παραλύσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • παρέλυεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • παρελύοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • παρελύθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • παρελύθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • παρέλυσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing