παράλαβε
παραλαβεῖν
παραλαβόντα
παραλαβόντες
παραλαβόντος
παραλάβω
παραλαβών
παραλαλέω
παραλαλοῦντος
παραλαμβάνει
παραλαμβάνεται
παραλαμβάνοντες
παραλαμβάνουσι
παραλαμβάνουσιν
top
παραλαμβάνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to take (someone) along
      • to receive
      • to inherit
      • to succeed (to), take over
    • Middle/Passive:
      • to be induced to
  • Construct: ἀναλαμβάνω, ἀντιλαμβάνω, ἀπολαμβάνω, διαλαμβάνω, ἐκλαμβάνω, ἐπικαταλαμβάνω, ἐπιλαμβάνω, καταλαμβάνω, λαμβάνω, μεταλαμβάνω, παραλαμβάνω, περιλαμβάνω, προκαταλαμβάνω, προλαμβάνω, προσαναλαμβάνω, προσλαμβάνω, συλλαμβάνω, συμπαραλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω, ὑπολαμβάνω
  • Forms:
    • παράλαβε Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
    • παραλαβεῖν Verb: 2Aor Act Infin
    • παραλαβόντα Verb: 2Aor Act Part Acc Sing Masc
    • παραλαβόντες Verb: 2Aor Act Part Nom Plur Masc
    • παραλαβόντος Verb: Aor Act Part Gen Sing Masc
    • παραλάβω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
    • παραλαβών Verb: 2Aor Act Part Nom Sing Masc
    • παραλαμβάνει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • παραλαμβάνεται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
    • παραλαμβάνοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • παραλαμβάνουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • παραλαμβάνουσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • παραληφθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • παραλημφθεῖσαν Verb: Aor Pass Part Acc Sing Fem
    • παραλημφθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • παραλήμψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • παραλήμψομαι Verb: Fut Mid Deponent Ind 1st Sing
    • παραλημψόμενος Verb: Fut Mid Part Nom Sing Masc
    • παραλήμψονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
    • παραλήψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • παραλήψομαι Verb: Fut Mid Deponent Ind 1st Sing
    • παραλήψονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
    • παρείλημμαι Verb: Perf Mid Ind 1st Sing
    • παρειληφέναι Verb: Perf Act Infin
    • παρέλαβε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • παρέλαβεν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
    • παρέλαβες Verb: 2Aor Act Ind 2nd Sing
    • παρελάβετε Verb: 2Aor Act Ind 2nd Plur
    • παρέλαβον
      • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
      • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
    • παρελάβοσαν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
    • παρελάμβανε Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
παραλέγομαι
παραλεγόμενοι
παραλείπουσαι
παραλείπω
παραλελοιπέναι
παραλελυμένα
top
παραλελυμένοι
παραλελυμένον
παραλελυμένος
παραλελυμένους
παραλελυμένῳ
παραλημφθεῖσαν
παραλημφθήσεται
παραλήμψεται
παραλήμψομαι
παραλημψόμενος
παραλήμψονται
παραληφθήσεται
παραλήψεται
παραλήψομαι
παραλήψονται
top
παραλία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: seashore, seaboard
  • Forms:
    • παραλίαν Noun: Acc Sing Fem
    • παραλίας Noun: Gen Sing Fem
παραλίᾳ
παραλίαν
παραλίας
παράλιον
παράλιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: along the coast, coastal, shore, sea coast, beside the salt (sea), i.e., maritime
  • Forms:
    • παραλίᾳ Adj: Dat Sing Fem
    • παραλίαν Adj: Acc Sing Fem
    • παραλίας Adj: Gen Sing Fem
    • παράλιον Adj: Nom Sing Neut
    • παραλίου Adj: Gen Sing Fem
    • παραλίους Adj: Acc Plur Masc
παραλίου
παραλίους
παραλιπεῖν
παραλλαγή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • frenzy, madness
    • fickleness
    • change, variation
    • beguile, deceive
    • transmutation (of phase or orbit)
  • Forms:
    • παραλλαγῇ Noun: Dat Sing Fem
παραλλαγῇ
παραλλάξαι
top
παραλλάξεως
παράλλαξις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: change, alternation, alternating motion
  • Forms:
    • παραλλάξεως Noun: Gen Sing Fem
παράλλαξον
παραλλάσσον
παραλλάσσουσι
παραλλάσσουσιν
παραλλάσσω
παραλογιζέσθω
παραλογίζεται
παραλογίζηται
παραλογίζομαι
top
παραλογιζόμενοι
παραλογισαμένους
παραλογισαμένων
παραλογισμοί
παραλογισμοῖς
παραλογισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: false reasoning, fallacy, deception, trick
  • Forms:
    • παραλογισμοί Noun: Nom Plur Masc
    • παραλογισμοῖς Noun: Dat Plur Masc
    • παραλογισμῷ Noun: Dat Sing Masc
παραλογισμῷ
παραλόγως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: unreasonably, in an unreasonable manner
παραλυθήσονται
παραλῦσαι
παραλύσει
παράλυσι
παράλυσιν
παράλυσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • paralysis, a loosening by the side, palsy, disabling of the nerves
    • destruction
  • Forms:
    • παράλυσι Noun: Acc Sing Fem
    • παράλυσιν Noun: Acc Sing Fem
top
παραλυτικόν
παραλυτικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adj.: paralyzed, crippled, disabled, incapacitated
    • Subst.: lame (person), paralytic
  • Forms:
    • παραλυτικόν Adj: Acc Sing Masc
    • παραλυτικούς Adj: Acc Plur Masc
    • παραλυτικῷ Adj: Dat Sing Masc
παραλυτικούς
παραλυτικῷ
παράλυτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: lame
παραλύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to disband, undo
      • to weaken, disable, enfeeble
      • to bring down (the proud)
      • to pay (the penalty)
      • to paralyze
      • to be a paralytic
    • Passive:
      • to be loosed (of clothing)
      • to be weakened
      • to be feeble (in the limbs)
      • to be paralyzed
      • to be exhausted
  • Construct: ἀναλύω, ἀπολύω, διαλύω, ἐκλύω, ἐπικλύω, ἐπιλύω, καταλύω, λύω, παραλύω, περιλύω, συλλύω, συναπολύω, ὑπολύω
  • Forms:
    • παραλελυμένα Verb: Perf Pass Part Acc Plur Neut
    • παραλελυμένοι Verb: Perf Pass Part Nom Plur Masc
    • παραλελυμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Masc
    • παραλελυμένος Verb: Perf Pass Part Nom Sing Masc
    • παραλελυμένους Verb: Perf Mid Part Acc Plur Masc
    • παραλελυμένῳ Verb: Perf Pass Part Dat Sing Masc
    • παραλυθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • παραλῦσαι Verb: Aor Act Infin
    • παραλύσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • παρέλυεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • παρελύοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • παρελύθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • παρελύθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • παρέλυσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing