παράλαβε
παραλαβεῖν
παραλαβόντα
παραλαβόντες
παραλαβόντος
παραλάβω
παραλαβών
παραλαλέω
παραλαλοῦντος
παραλαμβάνει
παραλαμβάνεται
παραλαμβάνοντες
παραλαμβάνουσι
παραλαμβάνουσιν
παραλαμβάνω
  • Present
  • παραλαμβάνει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • παραλαμβάνεται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
  • παραλαμβάνοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • παραλαμβάνουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • παραλαμβάνουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • Imperfect
  • παρελάμβανε Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
  • Future
  • παραληφθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • παραλημφθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • παραλήμψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • παραλήμψομαι Verb: Fut Mid Deponent Ind 1st Sing
  • παραλημψόμενος Verb: Fut Mid Part Nom Sing Masc
  • παραληψόμενος Verb: Fut Mid Part Nom Sing Masc
  • παραλήμψονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
  • παραλήψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • παραλήψομαι Verb: Fut Mid Deponent Ind 1st Sing
  • παραλήψονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • παράλαβε Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
  • παραλαβεῖν Verb: 2Aor Act Infin
  • παραλαβόντα Verb: 2Aor Act Part Acc Sing Masc
  • παραλαβόντες Verb: 2Aor Act Part Nom Plur Masc
  • παραλαβόντος Verb: Aor Act Part Gen Sing Masc
  • παραλάβω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
  • παραλαβών Verb: 2Aor Act Part Nom Sing Masc
  • παραλημφθεῖσαν Verb: Aor Pass Part Acc Sing Fem
  • παρέλαβε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • παρέλαβεν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • παρέλαβες Verb: 2Aor Act Ind 2nd Sing
  • παρελάβετε Verb: 2Aor Act Ind 2nd Plur
  • παρέλαβον
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • παρελάβοσαν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • Perfect
  • παρείλημμαι Verb: Perf Mid Ind 1st Sing
  • παρειληφέναι Verb: Perf Act Infin
παραλέγομαι
παραλεγόμενοι
παραλείπουσαι
παραλείπω
παραλελοιπέναι
παραλελυμένα
παραλελυμένοι
παραλελυμένον
παραλελυμένος
παραλελυμένους
παραλελυμένῳ
παραλημφθεῖσαν
παραλημφθήσεται
παραλήμψεται
παραλήμψομαι
παραλημψόμενος
παραληψόμενος
παραλήμψονται
παραληφθήσεται
παραλήψεται
παραλήψομαι
παραλήψονται
παραλία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: seashore, seaboard
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπαραλίαπαραλίαι
GENπαραλίαςπαραλιῶν
DATπαραλίᾳπαραλίαις
ACCπαραλίανπαραλίας
VOCπαραλίαπαραλίαι
παραλίᾳ
παραλίαν
παραλίας
παράλιον
παράλιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: along the coast, coastal, shore, sea coast, beside the salt (sea), i.e., maritime
  • Cognates: ἐνάλιος, παράλιος
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMπαράλιοςπαραλίαπαράλιον
GENπαραλίουπαραλίαςπαραλίου
DATπαραλίῳπαραλίᾳπαραλίῳ
ACCπαράλιονπαραλίανπαράλιον
VOCπαράλιεπαραλίαπαράλιε
Plural
 MascFemNeut
NOMπαράλιοιπαράλιαιπαράλια
GENπαραλίωνπαραλίωνπαραλίων
DATπαραλίοιςπαραλίαιςπαραλίοις
ACCπαραλίουςπαραλίαςπαράλια
VOCπαράλιοιπαράλιαιπαράλια
παραλίου
παραλίους
παραλιπεῖν
παραλλαγή
Feminine
 SingularPlural
NOMπαραλλαγήπαραλλαγαί
GENπαραλλαγῆςπαραλλαγῶν
DATπαραλλαγῇπαραλλαγαῖς
ACCπαραλλαγήνπαραλλαγάς
VOCπαραλλαγήπαραλλαγαί
παραλλαγῇ
παραλλάξαι
παραλλάξεως
παράλλαξις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • change, alternation, alternating motion
    • abrogation
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπαράλλαξιςπαραλλάξεις
GENπαραλλάξεωςπαραλλάξεων
DATπαραλλάξειπαραλλάξεσι(ν)
ACCπαράλλαξινπαραλλάξεις
παράλλαξον
παραλλάσσον
παραλλάσσουσι
παραλλάσσουσιν
παραλλάσσω
παραλογιζέσθω
παραλογίζεται
παραλογίζηται
παραλογίζομαι
παραλογιζόμενοι
παραλογισάμενοι
παραλογισαμένους
παραλογισαμένων
παραλογισμοί
παραλογισμοῖς
παραλογισμός
Masculine
 SingularPlural
NOMπαραλογισμόςπαραλογισμοί
GENπαραλογισμοῦπαραλογισμῶν
DATπαραλογισμῷπαραλογισμοῖς
ACCπαραλογισμόνπαραλογισμούς
VOCπαραλογισμέπαραλογισμοί
παραλογισμῷ
παραλόγως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: unreasonably, in an unreasonable manner
παραλυθήσονται
παραλῦσαι
παραλύσει
παράλυσι
παράλυσιν
παράλυσις
Feminine
 SingularPlural
NOMπαράλυσιςπαραλύσεις
GENπαραλύσεωςπαραλύσεων
DATπαραλύσειπαραλύσεσι(ν)
ACCπαράλυσι(ν)παραλύσεις
παραλυτικόν
παραλυτικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival: paralyzed, crippled, disabled, incapacitated
    • Substantival: lame (person), paralytic
  • Cognates: κωλυτικός, παραλυτικός
  • Forms:
    • παραλυτικόν Adj: Acc Sing Masc
    • παραλυτικούς Adj: Acc Plur Masc
    • παραλυτικῷ Adj: Dat Sing Masc
παραλυτικούς
παραλυτικῷ
παράλυτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: lame
παραλύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to disband, undo
      • to weaken, disable, enfeeble, render feeble
      • to bring down (the proud); put an end to (arrogance or pride)
      • to pay (a penalty)
      • to paralyze
      • to be a paralytic
      • to detach
      • to let loose, let hang loose
      • to hamstring (a horse)
    • Passive:
      • to be loosed (of clothing)
      • to be weakened
      • to be feeble (in the limbs)
      • to be paralyzed
      • to be exhausted
  • Cognates: ἀναλύω, ἀπολύω, διαλύω, ἐκλύω, ἐπιλύω, καταλύω, λύω, παραλύω, περιλύω, συλλύω, συναπολύω, ὑπολύω
  • Forms:
    • παραλελυμένα Verb: Perf Pass Part Acc Plur Neut
    • παραλελυμένοι Verb: Perf Pass Part Nom Plur Masc
    • παραλελυμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Masc
    • παραλελυμένος Verb: Perf Pass Part Nom Sing Masc
    • παραλελυμένους Verb: Perf Mid Part Acc Plur Masc
    • παραλελυμένῳ Verb: Perf Pass Part Dat Sing Masc
    • παραλυθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • παραλῦσαι Verb: Aor Act Infin
    • παραλύσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • παρέλυεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • παρελύοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • παρελύθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • παρελύθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • παρέλυσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • παρέλυσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing