ὑπέρ
  • Parse: Preposition
  • Meaning:
    • with Genitive: in behalf of, instead of
      • higher: at a higher level than something/someone, but not touching
      • for, in behalf of: ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν - he gave himself in behalf of us (Tit. 2:14)
      • for sake of, in relation to: ηὐχόμην γὰρ ἀνάθεμα εἶναι αὐτὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου - I could wish I be accursed from Christ for the sake of my brothers (Rom. 9:3)
      • about, concerning: ἡ ἐλπὶς ἡμῶν βεβαία ὑπὲρ ὑμῶν - our hope is sure concerning you (II Cor. 1:7)
      • over: ὑπὲρ θαλάσσης καὶ χθονὸς ποτωμένοις - flying over sea and land
    • with Accusative: over, above, beyond
      • over: ὑπὲρ οὐδὸν ἐβήσετο δώματος - he stepped over the threshold of the house
      • above: Οὐκ ἔστιν μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον - a disciple is not above his teacher (Matt. 10:24)
      • beyond: ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου - beyond the brightness of the sun (Acts 26:13)
      • more than: ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ - he who loves father or mother more than me (Matt. 10:37)
    • Adverbial: more
      • more: διάκονοι Χριστοῦ εἰσιν; ὑπὲρ ἐγώ - are they servants of Christ? I more (i.e., I am likewise but even more)
  • Comparatives & Superlatives
  • ὑπέρτατοςAdj: Nom Sing Masc Superl
ὑπεραγάλλομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning: to rejoice greatly, exult greatly
  • Cognates: ἀγάλλω, ὑπεραγάλλομαι
  • Forms:
    • ὑπεραγαλλόμενοςVerb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
ὑπεραγαλλόμενος
ὑπεράγαν
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • above measure, beyond measure
    • very much, over much, exceedingly
ὑπεραγαπάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to love (someone) dearly
  • Cognates: ἀγαπάω, προαγαπάω
  • Forms:
    • ὑπερηγάπησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ὑπεράγει
ὑπεράγον
ὑπεραγόντως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: in particular, exceedingly
ὑπεράγω
ὑπεράγων
ὑπεραινετόν
ὑπεραινετός
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπεραινετόςὑπεραινετόν
GENὑπεραινετοῦ
DATὑπεραινετῷ
ACCὑπεραινετόν
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπεραινετοίὑπεραινετά
GENὑπεραινετῶν
DATὑπεραινετοίς
ACCὑπεραινετούςὑπεραινετά
ὑπεραίρομαι
ὑπεραιρόμενος
ὑπεραίρω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to lift over
      • to rise above
      • to surpass, exceed
    • Middle:
      • to treat (someone) in an overbearing manner
      • to rise up
      • to exalt oneself
      • to be elated
    • Passive:
      • to be exalted above
  • Cognates: αἴρω, ἀνταίρω, ἀπαίρω, ἐκαίρω, ἐπαίρω, ἐξαίρω, μεταίρω, συναίρω
  • Forms:
    • ὑπεραίρομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • ὑπεραιρόμενος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
    • ὑπεραίρωμαι Verb: Pres Pass Subj 1st Sing
    • ὑπεραρθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • ὑπερῆραν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • ὑπερῇραν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • ὑπερῆρας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • ὑπερῆρεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερῄρετο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
    • ὑπερήρθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
ὑπεραίρωμαι
ὑπέρακμος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: beyond the prime of youth, past the flower of (her) age, past the bloom of youth
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπέρακμοςὑπέρακμον
GENὑπεράκμου
DATὑπεράκμῳ
ACCὑπέρακμον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπέρακμοιὑπέρακμα
GENὑπεράκμων
DATὑπεράκμοις
ACCὑπεράκμουςὑπέρακμα
ὑπεραλλόμαι
ὑπεραλοῦνται
ὑπεράνω
  • Parse: Preposition/Adverb
  • Meaning:
    • Preposition:
      • far above, higher above
      • over (a surface)
      • north of
    • Adverb:
      • upward
      • beyond (a point in time and further into the future)
ὑπεράνωθεν
ὑπεραρθήσεται
ὑπεράρσει
ὑπέραρσις
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπέραρσιςὑπεράρσεις
GENὑπεράρσεωςὑπεραρσεῶν
DATὑπεράρσειὑπεράρσεσι(ν)
ACCὑπέραρσινὑπεράρσεις
ὑπερασπιεῖ
ὑπερασπίζει
ὑπερασπίζοντα
ὑπερασπίζοντας
ὑπερασπίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to shield, cover with a shield, protect
    • to defend (with a shield)
    • to provide protection
  • Cognates: προασπίζω, συνασπίζω, ὑπερασπίζω
  • Forms:
    • ὑπερασπιεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερασπίζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερασπίζοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • ὑπερασπίζοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • ὑπερασπίζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • ὑπερησπικότα Verb: Perf Act Part Acc Sing Masc
    • ὑπερασπίσαι Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • ὑπερασπίσῃ Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • ὑπερασπιῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
ὑπερασπίζων
ὑπερασπίσαι
ὑπερασπίσῃ
ὑπερασπισμόν
ὑπερασπισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • a covering with a shield
    • protection, cover
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMὑπερασπισμόςὑπερασπισμοί
GENὑπερασπισμοῦὑπερασπισμῶν
DATὑπερασπισμῷὑπερασπισμοῖς
ACCὑπερασπισμόνὑπερασπισμούς
VOCὑπερασπισμέὑπερασπισμοί
ὑπερασπιστά
ὑπερασπιστήν
ὑπερασπιστής
Masculine
 SingularPlural
NOMὑπερασπιστήςὑπερασπισταί
GENὑπερασπιστοῦὑπερασπιστῶν
DATὑπερασπιστῇὑπερασπισταῖς
ACCὑπερασπιστήνὑπερασπιστάς
VOCὑπερασπιστάὑπερασπισταί
ὑπερασπίστρια
  • Parse: Noun: Nom/Voc Sing Fem
  • Meaning:
    • a woman who is a champion for a cause
    • female defender, a woman who holds a shield
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπερασπίστριαὑπερασπίστριαι
GENὑπερασπίστριαςὑπερασπιστριῶν
DATὑπερασπιστρίᾳὑπερασπιστρίαις
ACCὑπερασπιστρίανὑπερασπίστριας
VOCὑπερασπίστριαὑπερασπίστριαι
ὑπερασπιῶ
ὑπεραυξάνει
ὑπεραυξάνω
ὑπεραφανέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to act arrogantly, behave insolently
  • Forms:
    • ὑπερηφάνησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
ὑπερβαίνειν
ὑπερβαίνοντες
ὑπερβαίνουσιν
ὑπερβαίνω
ὑπερβαίνων
ὑπερβάλλον
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Neut
  • Root: ὑπερβάλλω
ὑπερβάλλοντα
ὑπερβάλλοντι
ὑπερβαλλόντως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: excessively, beyond measure, exceedingly
ὑπερβάλλου
ὑπερβαλλούσαις
ὑπερβάλλουσαν
ὑπερβαλλούσας
ὑπερβαλλούσῃ
ὑπερβαλλούσης
ὑπερβάλλω
ὑπερβάλλων
ὑπερβαλών
ὑπερβεβήκατε
ὑπερβῇ
ὑπερβήσεται
ὑπερβήσῃ
ὑπερβήσομαι
ὑπερβολή
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπερβολήὑπερβολαί
GENὑπερβολῆςὑπερβολῶν
DATὑπερβολῇὑπερβολαῖς
ACCὑπερβολήνὑπερβολάς
VOCὑπερβολήὑπερβολαί
ὑπερβολῇ
ὑπερβολήν
ὑπερδοξάζω
ὑπερέβαλεν
ὑπερέβη
ὑπερέβην
ὑπερέβησαν
ὑπερδυναμόω
ὑπερεδυνάμωσαν
ὑπερεῖδε, ὑπερεῖδεν
ὑπερεῖδες
ὑπερείδομεν
ὑπερεῖδον
ὑπερείδω
ὑπερείσῃ
ὑπερεῖχον
ὑπερέκεινα
ὑπερεκέρασαν
ὑπερεκέρων
ὑπερεκπερισσοῦ
  • Parse: Adverb
  • Meaning: exceedingly, super-abundantly
ὑπερεκπερισσῶς
ὑπερεκράτησεν
ὑπερεκτείνομεν
ὑπερεκτείνω
ὑπερεκχείσθω
ὑπερεκχεῖται
ὑπερεκχέω
ὑπερεκχυθήσονται
ὑπερεκχυννόμενον
ὑπερεκχυνόμενον
ὑπερεκχύνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to overflow, run over
  • Forms:
    • ὑπερεκχυννόμενον Verb: Pres Pass Part Acc Sing Neut
    • ὑπερεκχυνόμενον Verb: Pres Pass Part Acc Sing Neut
ὑπερένδοξος
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερένδοξοςὑπερένδοξον
GENὑπερενδόξου
DATὑπερενδόξῳ
ACCὑπερένδοξον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερένδοξοιὑπερένδοξα
GENὑπερενδόξων
DATὑπερενδόξοις
ACCὑπερενδόξουςὑπερένδοξα
ὑπερεντυγχάνει
ὑπερεντυγχάνω
ὑπερέξει
ὑπερέξω
ὑπερεπαινεῖ
ὑπερεπαινέω
ὑπερεπερίσσευσεν
ὑπερεπλεόνασε
ὑπερεπλεόνασεν
ὑπερεσπουδακότα
ὑπερευφραίνομαι
ὑπερευχαριστεῖν
ὑπερευχαριστέω
ὑπερέφερε
ὑπερεφρόνησαν
ὑπερεφρόνησεν
ὑπερεφώνει
ὑπερέχει
ὑπερέχειν
ὑπερέχον
ὑπερέχοντα
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
  • Root: ὑπερέχω
ὑπερέχοντας
ὑπερέχοντες
ὑπερέχοντι
ὑπερέχοντος
ὑπερεχόντων
ὑπερέχουσα
ὑπερεχούσαις
ὑπερέχουσιν
ὑπερεχύθη
ὑπερέχω
ὑπερέχων
ὑπερεωραμένη
ὑπερηγάπησεν
ὑπερήνεγκαν
ὑπερῆραν, ὑπερῇραν
ὑπερῆρας
ὑπερῆρεν
ὑπερῄρετο
ὑπερήρθη
ὑπερησπικότα
ὑπερηφάνει
ὑπερηφανεῖ
ὑπερηφανεῖται
ὑπερηφανεύεσθαι
ὑπερηφανεύεται
ὑπερηφανεύομαι
ὑπερηφανεύου
ὑπερηφανευσάμενον
ὑπερηφανεύσαντο
ὑπερηφανεύσασθαι
ὑπερηφανεύσατο
ὑπερηφανεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to behave arrogantly
      • to act arrogantly
    • Middle:
      • to behave arrogantly
      • to act arrogantly
  • Forms:
    • ὑπερηφανεύεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • ὑπερηφανεύεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • ὑπερηφανεύομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • ὑπερηφανεύου Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • ὑπερηφανεύσαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • ὑπερηφανεύσασθαι Verb: Aor Mid Infin
    • ὑπερηφανεύσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • ὑπερηφανευσάμενον
      • Verb: Aor Mid Part Acc Sing Masc
      • Verb: Aor Mid Part Nom/Acc Sing Neut
ὑπερηφανέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to be arrogant to, act arrogantly
      • to be proud, haughty
      • to treat arrogantly
      • to treat with disdain
      • to despise
    • Passive:
      • to be despised
  • Forms:
    • ὑπερηφάνει Verb: imp act ind 3rd Sing
    • ὑπερηφανεῖ Verb: imp act ind 3rd Sing
    • ὑπερηφανήσατε Verb: Aor Act ind 2nd plur
    • ὑπερηφανεῖται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
ὑπερηφάνησαν
ὑπερηφανήσατε
ὑπερηφανία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • arrogance, pride, haughtiness
    • splendour, magnificence
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπερηφανίαὑπερηφανίαι
GENὑπερηφανίαςὑπερηφανιῶν
DATὑπερηφανίᾳὑπερηφανίαις
ACCὑπερηφανίανὑπερηφανίας
ὑπερηφανίᾳ
ὑπερηφανίαν
ὑπερηφανίας
ὑπερηφανιῶν
ὑπερήφανοι
ὑπερηφάνοις
ὑπερήφανον
ὑπερήφανος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • arrogant, proud, haughty
    • sumptuous, splendid, outstanding quality
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερήφανοςὑπερηφάνηὑπερήφανον
GENὑπερηφάνουὑπερηφάνηςὑπερηφάνου
DATὑπερηφάνῳὑπερηφάνῃὑπερηφάνῳ
ACCὑπερήφανονὑπερηφάνηνὑπερήφανον
VOCὑπερήφανεὑπερηφάνηὑπερήφανε
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερήφανοιὑπερήφαναιὑπερήφανα
GENὑπερηφάνωνὑπερηφάνωνὑπερηφάνων
DATὑπερηφάνοιςὑπερηφάναιςὑπερηφάνοις
ACCὑπερηφάνουςὑπερηφάναςὑπερήφανα
VOCὑπερήφανοιὑπερήφαναιὑπερήφανα
ὑπερηφάνου
ὑπερηφάνους
ὑπερηφάνῳ
ὑπερηφάνων
ὑπερηφάνως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: proudly, haughtily, arrogantly
ὑπέρθεσθε
ὑπέρθυρον
Neuter
 SingularPlural
NOMὑπέρθυρονὑπέρθυρα
GENὑπερθύρουὑπερθύρων
DATὑπερθύρῳὑπερθύροις
ACCὑπέρθυρονὑπέρθυρα
ὑπεριδεῖν
ὑπερίδῃ
ὑπερίδῃς
ὑπερίδητε
ὑπεριδόντες
ὑπεριδοῦσα
ὑπεριδών
ὑπερίδωσιν
ὑπερισχύει
ὑπερισχύεις
ὑπερίσχυεν
ὑπερισχύουσιν
ὑπερισχύσει
ὑπερίσχυσεν
ὑπερισχύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be exceedingly strong
    • to prevail
    • to overpower
    • to excel
    • to be taken and acted upon in real earnest
  • Cognates: ἀνισχύω, ἐνισχύω, ἐπισχύω, ἐξισχύω, κατισχύω, συνεπισχύω, ὑπερισχύω
  • Forms:
    • ὑπερισχύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερισχύεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • ὑπερίσχυεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερισχύουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • ὑπερισχύσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερίσχυσεν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
ὑπέρκειμαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning: to excel, outstrip
  • Forms:
    • ὑπέρκεισαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
ὑπέρκεισαι
ὑπερκεράννυμι
ὑπερκεράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to outflank
    • to attack the wings of (the enemy) (i.e., attack the outer ends of the army instead of the main force)
  • Forms:
    • ὑπερεκέρων Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
ὑπερκρατέω
ὑπέρλαμπρος
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπέρλαμπροςὑπέρλαμπρον
GENὑπερλάμπρου
DATὑπερλάμπρῳ
ACCὑπέρλαμπρον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπέρλαμπροιὑπέρλαμπρα
GENὑπερλάμπρων
DATὑπερλάμπροις
ACCὑπερλάμπρουςὑπέρλαμπρα
ὑπερλίαν
  • Parse: Adverb
  • Meaning: exceedingly, highest degree, preeminently, especially
ὑπερμαχεῖτε
ὑπερμαχέω
ὑπέρμαχον
ὑπέρμαχος
Masculine
 SingularPlural
NOMὑπέρμαχοςὑπέρμαχοι
GENὑπερμάχουὑπερμάχων
DATὑπερμάχῳὑπερμάχοις
ACCὑπέρμαχονὑπερμάχους
VOCὑπέρμαχεὑπέρμαχοι
ὑπερμεγέθη
ὑπερμεγέθης
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερμεγέθηςὑπερμέγεθες
GENὑπερμεγέθους
DATὑπερμεγέθει
ACCὑπερμεγέθηὑπερμέγεθες
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερμεγέθειςὑπερμεγέθη
GENὑπεργμεγεθῶν
DATὑπερμεγέθεσι(ν)
ACCὑπερμεγέθειςὑπερμεγέθη
ὑπερμήκεις
ὑπερμήκης
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερμήκηςὑπερμήκες
GENὑπερμήκους
DATὑπερμήκει
ACCὑπερμήκηὑπερμήκες
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερμήκειςὑπερμήκη
GENὑπερμηκῶν
DATὑπερμήκεσι(ν)
ACCὑπερμήκειςὑπερμήκη
ὑπερνικάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to vanquish beyond, more than conquer
  • Cognates: νικάω, ὑπερνικάω
  • Forms:
    • ὑπερνικῶμεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
ὑπερνικῶμεν
ὑπέρογκα
ὑπέρογκον
ὑπέρογκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • bulging over, swollen, puffed up
    • extremely large
    • insolent, haughty, bombastic
    • immoderate, excessive
    • burdensome, very difficult
    • important
  • Cognates: ὄγκος, ὑπέρογκος
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπέρογκοςὑπέρογκον
GENὑπερόγκου
DATὑπερόγκῳ
ACCὑπέρογκον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπέρογκοιὑπέρογκα
GENὑπερόγκων
DATὑπερόγκοις
ACCὑπερόγκουςὑπέρογκα
ὑπεροίσει
ὕπερον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: pestle (to bray and pound with)
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMὕπερονὕπερα
GENὑπέρουὑπέρων
DATὑπέρῳὑπέροις
ACCὕπερονὕπερα
ὑπερορᾷς
ὑπεροράσει
ὑπερόρασις
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπερόρασιςὑπεροράσεις
GENὑπεροράσεωςὑπεροράσεων
DATὑπεροράσειὑπεροράσεσι(ν)
ACCὑπερόρασι(ν)ὑπεροράσεις
ὑπερορᾶτε
ὑπεροράω
  • Present
  • ὑπερορῶσι
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
    • Verb: Pres Act Ind/Subj 3rd plur
  • ὑπερορᾶτε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
  • ὑπερορῶ Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • ὑπερορῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • Future
  • ὑπεροφθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • ὑπερόψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • ὑπερόψῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • ὑπερόψομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
  • Aorist
  • ὑπερεῖδεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ὑπερεῖδες Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • ὑπερείδομεν Verb: 2Aor Act Ind 1st Plur
  • ὑπερεῖδον Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • ὑπεριδεῖν Verb: Aor Act Infin
  • ὑπερίδῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • ὑπερίδῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
  • ὑπερίδητε Verb: 2Aor Act Subj 2nd Plur
  • ὑπεριδόντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
  • ὑπεριδοῦσα Verb: Aor Act Part Nom Sing Fem
  • ὑπερίδωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • ὑπερορᾷς Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
  • Perfect
  • ὑπερεωραμένη Verb: Perf Mid Ind 3rd Sing
ὑπερορῶ
ὑπερορῶν
ὑπερορῶσι
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
    • Verb: Pres Act Ind/Subj 3rd plur
  • Root: ὑπεροράω
ὑπέρου
ὑπεροφθήσεται
ὑπεροχή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • prominence, projection, height
    • abundance, superiority, excess
    • place of prominence, place of authority, dignity
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπεροχήὑπεροχαί
GENὑπεροχῆςὑπεροχῶν
DATὑπεροχῇὑπεροχαῖς
ACCὑπεροχήνὑπεροχάς
VOCὑπεροχήὑπεροχαί
ὑπεροχῇ
ὑπεροχήν
ὑπεροχῆς
ὑπερόψει
ὑπερόψεται
ὑπερόψῃ
ὑπέροψις
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπέροψιςὑπερόψεις
GENὑπερόψεωςὑπερόψεων
DATὑπερόψειὑπερόψεσι(ν)
ACCὑπέροψινὑπερόψεις
ὑπερόψομαι
ὑπερπερισσεύομαι
ὑπερπερισσεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be present in abundance
    • to super-abound, abound much more, exceeding
    • to cause (someone) to overflow with (something), overflow
  • Cognates: περισσεύω, ὑπερπερισσεύω
  • Forms:
    • ὑπερεπερίσσευσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερπερισσεύομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
ὑπερπερισσῶς
ὑπερπλεονάζει
ὑπερπλεονάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to have too much
    • to superabound, overflow, be exceeding abundant, abound exceedingly
  • Cognates: πλεονάζω, ὑπερπλεονάζω
  • Forms:
    • ὑπερπλεονάζει
      • Verb: Pres Act ind 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass 2nd sing
    • ὑπερεπλεόνασε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερεπλεόνασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερπλεονάσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
ὑπερπλεονάσῃ
ὑπέρραψεν
ὑπερρίπτοσαν
ὑπερρίπτω
ὑπερσπουδάζω
ὑπερτάτην
ὑπέρτατος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc Superl
  • Meaning: uppermost, loftiest, supreme
  • Root: ὑπέρ
ὑπερτάτῳ
ὑπερτηκόμενος
ὑπερτήκω
ὑπερτίθενται
ὑπερτίθημι
ὑπερτιμάω
ὑπερτιμῶν
ὑπερυμνητός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • highly extolled, highly praised
    • highly worthy of adoration in hymns
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερυμνητόςὑπερυμνητόν
GENὑπερυμνητοῦ
DATὑπερυμνητῷ
ACCὑπερυμνητόν
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερυμνητοίὑπερυμνητά
GENὑπερυμνητῶν
DATὑπερυμνητοίς
ACCὑπερυμνητούςὑπερυμνητά
ὑπερυψούμενον
ὑπερυψούμενος
ὑπερυψοῦτε
ὑπερυψούτω
ὑπερυψόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to exalt exceedingly
      • to elevate
      • to raise to lofty height
    • Middle:
      • to rise
      • to raise oneself
    • Passive:
      • to be exalted
  • Cognates: ἀνυψόω, ἐξυψόω, προσυψόω, ὑπερυψόω, ὑψόω
  • Forms:
    • ὑπερυψούμενον Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
    • ὑπερυψούμενος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
    • ὑπερυψοῦτε Verb: Pres Act Imp 2nd Plur
    • ὑπερυψούτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
    • ὑπερυψῶ Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • ὑπερυψώθης Verb: Aor Pass Ind 2nd Sing
    • ὑπερυψωμένον Verb: Pres Pass Part Nom Sing Neut
    • ὑπερυψωμένος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
    • ὑπερύψωσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερύψωσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ὑπερυψῶ
ὑπερυψώθης
ὑπερυψωμένον
ὑπερυψωμένος
ὑπερύψωσε
ὑπερύψωσεν
ὑπερφερής
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερφερήςὑπερφερές
GENὑπερφεροῦς
DATὑπερφερεῖ
ACCὑπερφερῆὑπερφερές
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερφερεῖςὑπερφερῆ
GENὑπερφερῶν
DATὑπερφερέσι(ν)
ACCὑπερφερεῖςὑπερφερῆ
ὑπερφέρω
ὑπερφέρων
ὑπερφόβος
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερφόβοςὑπερφόβον
GENὑπερφόβου
DATὑπερφόβῳ
ACCὑπερφόβον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερφόβοιὑπερφόβα
GENὑπερφόβων
DATὑπερφόβοις
ACCὑπερφόβουςὑπερφόβα
ὑπερφόβου
ὑπερφρονεῖν
ὑπερφρονέω
ὑπερφωνέω
ὑπερχαρεῖς
ὑπερχαρής
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερχαρήςὑπερχαρές
GENὑπερχαροῦς
DATὑπερχαρεῖ
ACCὑπερχαρῆὑπερχαρές
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερχαρεῖςὑπερχαρῆ
GENὑπερχαρῶν
DATὑπερχαρέσι(ν)
ACCὑπερχαρεῖςὑπερχαρῆ
ὑπερχέω
ὑπέρχομαι
ὑπερῷα
ὑπερωμία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • the top of the shoulder
    • the top of the shoulder (i.e., he was head and shoulders taller than others)
  • Concord: 1Sam 9:2
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπερωμίαὑπερωμίαι
GENὑπερωμίαςὑπερωμιῶν
DATὑπερωμίᾳὑπερωμίαις
ACCὑπερωμίανὑπερωμίας
ὑπερωμίαν
ὑπερῷοι
ὑπερῴοις
ὑπερῷον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: third story of a house, upper chamber (room)
  • Forms:
    • ὑπερῷα Noun: Nom/Acc Plur Neut
    • ὑπερῷοι Noun: Nom Plur Masc
    • ὑπερῴοις Noun: Dat Plur Neut
    • ὑπερῴου Noun: Gen Sing Neut
    • ὑπερῴῳ Noun: Dat Sing Neut
    • ὑπερῴων Noun: Gen Plur Neut
ὑπερῷος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: upper, upstairs, in upper room
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπερῷοςὑπερῷον
GENὑπερῴου
DATὑπερῴῳ
ACCὑπερῷον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπερῷοιὑπερῷα
GENὑπερῴων
DATὑπερῴοις
ACCὑπερῴουςὑπερῷα
ὑπερῴου
ὑπερῴῳ
ὑπερῴων