ὑπέρ
  • Parse: Preposition
  • Meaning:
    • with Genitive: in behalf of, instead of
      • for, in behalf of: ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν - he gave himself in behalf of us (Tit. 2:14)
      • for sake of of: ηὐχόμην γὰρ ἀνάθεμα εἶναι αὐτὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου - I could wish I be accursed from Christ for the sake of my brothers (Rom. 9:3)
      • about, concerning: ἡ ἐλπὶς ἡμῶν βεβαία ὑπὲρ ὑμῶν - our hope is sure concerning you (II Cor. 1:7)
      • Over: ὑπὲρ θαλάσσης καὶ χθονὸς ποτωμένοις - flying over sea and land
    • with Accusative: over, above, beyond
      • Over: ὑπὲρ οὐδὸν ἐβήσετο δώματος - he stepped over the threshold of the house
      • above: Οὐκ ἔστιν μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον - a disciple is not above his teacher (Matt. 10:24)
      • beyond: ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου - beyond the brightness of the sun (Acts 26:13)
      • more than: ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ - he who loves father or mother more than me (Matt. 10:37)
    • Adverbial: more
      • more: διάκονοι Χριστοῦ εἰσιν; ὑπὲρ ἐγώ - are they servants of Christ? I more (i.e., I am likewise but even more)
top
ὑπεραγάλλομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning: to rejoice greatly, exult greatly
  • Cognates: ἀγάλλω, ὑπεραγάλλομαι
  • Forms:
    • ὑπεραγαλλόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
ὑπεραγαλλόμενος
ὑπεράγαν
  • Parse: Adverb
  • Meaning: over much, above measure, beyond measure, exceedingly
ὑπεραγαπάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to love (someone) dearly
  • Cognates: ἀγαπάω, προαγαπάω
  • Forms:
    • ὑπερηγάπησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ὑπεράγει
ὑπεράγον
ὑπεραγόντως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: exceedingly
ὑπεράγω
ὑπεράγων
ὑπεραινετόν
ὑπεραινετός
ὑπεραίρομαι
top
ὑπεραιρόμενος
ὑπεραίρω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to lift over
      • to rise above
      • to surpass
    • Middle:
      • to rise up
      • to exalt oneself
      • to be elated
    • Passive:
      • to be exalted above
  • Cognates: αἴρω, ἀνταίρω, ἀπαίρω, ἐκαίρω, ἐπαίρω, ἐξαίρω, μεταίρω, συναίρω
  • Forms:
    • ὑπεραίρομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • ὑπεραιρόμενος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
    • ὑπεραίρωμαι Verb: Pres Pass Subj 1st Sing
    • ὑπεραρθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • ὑπερῆραν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • ὑπερῆρας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • ὑπερῆρεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερῄρετο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
    • ὑπερήρθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
ὑπεραίρωμαι
ὑπέρακμος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: beyond the prime of youth, past the flower of (her) age, past the bloom of youth
ὑπεραλλόμαι
ὑπεραλοῦνται
ὑπεράνω
  • Parse: Adverb
  • Meaning: above, upward, far above, over
ὑπεράνωθεν
ὑπεραρθήσεται
ὑπεράρσει
ὑπέραρσις
top
ὑπερασπιεῖ
ὑπερασπίζει
ὑπερασπίζοντα
ὑπερασπίζοντας
ὑπερασπίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to shield, cover with a shield, protect
    • to defend (with a shield)
  • Cognates: προασπίζω, συνασπίζω, ὑπερασπίζω
  • Forms:
    • ὑπερασπιεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερασπίζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερασπίζοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • ὑπερασπίζοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • ὑπερασπίζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • ὑπερησπικότα Verb: Perf Act Part Acc Sing Masc
    • ὑπερασπίσαι Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • ὑπερασπίσῃ Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • ὑπερασπιῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
ὑπερασπίζων
ὑπερασπίσαι
ὑπερασπίσῃ
ὑπερασπισμόν
ὑπερασπισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a covering with a shield, protection, covering
  • Forms:
    • ὑπερασπισμόν Noun: Acc Sing Masc
ὑπερασπιστά
ὑπερασπιστήν
ὑπερασπιστής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: someone who holds a shield over, protector, champion
  • Cognates: ὑπασπιστής, ὑπερασπιστής
  • Forms:
    • ὑπερασπιστά Noun: Acc Sing Masc
    • ὑπερασπιστήν Noun: Acc Sing Masc
top
ὑπερασπίστρια
  • Parse: Noun: Nom/Voc Sing Fem
  • Meaning: female defender, a woman who holds a shield
ὑπερασπιῶ
ὑπεραυξάνει
ὑπεραυξάνω
ὑπεραφανέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to act arrogantly, behave insolently
  • Forms:
    • ὑπερηφάνησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
ὑπερβαίνειν
ὑπερβαίνοντες
ὑπερβαίνουσιν
ὑπερβαίνω
ὑπερβαίνων
ὑπερβάλλον
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Neut
  • Root: ὑπερβάλλω
ὑπερβάλλοντα
top
ὑπερβάλλοντι
ὑπερβαλλόντως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: excessively, beyond measure, exceedingly
ὑπερβάλλου
ὑπερβαλλούσαις
ὑπερβάλλουσαν
ὑπερβαλλούσας
ὑπερβαλλούσῃ
ὑπερβαλλούσης
ὑπερβάλλω
ὑπερβάλλων
ὑπερβαλών
ὑπερβεβήκατε
ὑπερβῇ
top
ὑπερβήσεται
ὑπερβήσῃ
ὑπερβήσομαι
ὑπερβολή
ὑπερβολῇ
ὑπερβολήν
ὑπερδοξάζω
ὑπερέβαλεν
ὑπερέβη
ὑπερέβην
ὑπερέβησαν
ὑπερδυναμόω
ὑπερεδυνάμωσαν
ὑπερεῖδεν
top
ὑπερεῖδες
ὑπερείδομεν
ὑπερεῖδόν
ὑπερείδω
ὑπερείσῃ
ὑπερεῖχον
ὑπερέκεινα
ὑπερεκέρασαν
ὑπερεκέρων
ὑπερεκπερισσοῦ
  • Parse: Adverb
  • Meaning: exceedingly, super-abundantly
ὑπερεκπερισσῶς
ὑπερεκράτησεν
ὑπερεκτείνομεν
ὑπερεκτείνω
top
ὑπερεκχείσθω
ὑπερεκχεῖται
ὑπερεκχέω
ὑπερεκχυθήσονται
ὑπερεκχυννόμενον
ὑπερεκχυνόμενον
ὑπερεκχύνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to overflow, run over
  • Forms:
    • ὑπερεκχυννόμενον Verb: Pres Pass Part Acc Sing Neut
    • ὑπερεκχυνόμενον Verb: Pres Pass Part Acc Sing Neut
ὑπερένδοξος
ὑπερεντυγχάνει
ὑπερεντυγχάνω
ὑπερέξει
ὑπερέξω
ὑπερεπαινεῖ
top
ὑπερεπαινέω
ὑπερεπερίσσευσεν
ὑπερεπλεόνασε
ὑπερεπλεόνασεν
ὑπερεσπουδακότα
ὑπερευφραίνομαι
ὑπερευχαριστεῖν
ὑπερευχαριστέω
ὑπερέφερε
ὑπερεφρόνησαν
ὑπερεφρόνησεν
ὑπερεφώνει
ὑπερέχει
ὑπερέχειν
top
ὑπερέχον
ὑπερέχοντα
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
  • Root: ὑπερέχω
ὑπερέχοντας
ὑπερέχοντες
ὑπερέχοντι
ὑπερέχοντος
ὑπερεχόντων
ὑπερέχουσα
ὑπερεχούσαις
ὑπερέχουσιν
ὑπερεχύθη
ὑπερέχω
ὑπερέχων
top
ὑπερεωραμένη
ὑπερηγάπησεν
ὑπερήνεγκαν
ὑπερῆραν
ὑπερῆρας
ὑπερῆρεν
ὑπερῄρετο
ὑπερήρθη
ὑπερησπικότα
ὑπερηφάνει
ὑπερηφανεῖ
ὑπερηφανεῖται
ὑπερηφανεύεσθαι
ὑπερηφανεύεται
ὑπερηφανεύομαι
top
ὑπερηφανεύου
ὑπερηφανεύσαντο
ὑπερηφανεύσασθαι
ὑπερηφανεύσατο
ὑπερηφανεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to behave arrogantly
      • to act arrogantly
    • Middle:
      • to behave arrogantly
      • to act arrogantly
  • Forms:
    • ὑπερηφανεύεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • ὑπερηφανεύεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • ὑπερηφανεύομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • ὑπερηφανεύου Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • ὑπερηφανεύσαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • ὑπερηφανεύσασθαι Verb: Aor Mid Infin
    • ὑπερηφανεύσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
ὑπερηφανέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to be arrogant to
      • to be proud, haughty
      • to treat arrogantly
      • to treat with disdain
      • to despise
    • Passive:
      • to be despised
  • Forms:
    • ὑπερηφάνει Verb: imp act ind 3rd Sing
    • ὑπερηφανεῖ Verb: imp act ind 3rd Sing
    • ὑπερηφανήσατε Verb: Aor Act ind 2nd plur
    • ὑπερηφανεῖται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
ὑπερηφάνησαν
ὑπερηφανήσατε
ὑπερηφανία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • arrogance, pride, haughtiness
    • splendour, magnificence
  • Forms:
    • ὑπερηφανίᾳ Noun: Dat Sing Fem
    • ὑπερηφανίαν Noun: Acc Sing Fem
    • ὑπερηφανίας Noun: Gen Sing Fem
    • ὑπερηφανιῶν Noun: Gen Plur Fem
top
ὑπερηφανίᾳ
ὑπερηφανίαν
ὑπερηφανίας
ὑπερηφανιῶν
ὑπερήφανοι
ὑπερηφάνοις
ὑπερήφανον
ὑπερήφανος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • arrogant, proud, haughty
    • sumptuous, splendid
  • Forms:
    • ὑπερήφανοι Adj: Nom Plur Masc
    • ὑπερηφάνοις Adj: Dat Plur Masc
    • ὑπερήφανον Noun: Acc Sing Masc
    • ὑπερηφάνου Adj: Gen Sing Masc
    • ὑπερηφάνους Adj: Acc Plur Masc
    • ὑπερηφάνῳ Adj: Dat Sing Masc
    • ὑπερηφάνων Noun: Gen Plur Masc
ὑπερηφάνου
ὑπερηφάνους
ὑπερηφάνῳ
ὑπερηφάνων
ὑπερηφάνως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: proudly, haughtily
ὑπέρθεσθε
top
ὑπέρθυρον
ὑπεριδεῖν
ὑπερίδῃ
ὑπερίδῃς
ὑπερίδητε
ὑπεριδόντες
ὑπεριδοῦσα
ὑπεριδών
ὑπερίδωσιν
ὑπερισχύει
ὑπερισχύεις
ὑπερίσχυεν
ὑπερισχύουσιν
ὑπερισχύσει
ὑπερίσχυσεν
top
ὑπερισχύω
ὑπέρκεισαι
ὑπερκεράννυμι
ὑπερκεράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to outflank
    • to attack the wings of (the enemy) (i.e., attack the outer ends of the army instead of the main force)
  • Forms:
    • ὑπερεκέρων Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
ὑπερκρατέω
ὑπέρλαμπρος
ὑπερλίαν
  • Parse: Adverb
  • Meaning: exceedingly, highest degree, preeminently, especially
ὑπερμαχεῖτε
ὑπερμαχέω
ὑπέρμαχον
top
ὑπέρμαχος
ὑπερμεγέθη
ὑπερμεγέθης
ὑπερμήκεις
ὑπερμήκης
ὑπερνικάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to vanquish beyond, more than conquer
  • Cognates: νικάω, ὑπερνικάω
  • Forms:
    • ὑπερνικῶμεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
ὑπερνικῶμεν
ὑπέρογκα
ὑπέρογκον
ὑπέρογκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • bulging over, swollen, puffed up
    • insolent, haughty, bombastic
    • immoderate, excessive
    • burdensome, difficult
    • important
  • Cognates: ὄγκος, ὑπέρογκος
  • Forms:
    • ὑπέρογκα Adj: Acc Plur Neut
    • ὑπέρογκον Adj: Acc Sing Neut
ὑπεροίσει
ὕπερον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: pestle (to bray and pound with)
  • Forms:
    • ὑπέρου Noun: Gen Sing Neut
top
ὑπερορᾷς
ὑπεροράσει
ὑπερόρασις
ὑπερορᾶτε
ὑπεροράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to disdain, despise
    • to overlook, ignore, disregard
  • Cognates: ἀφοράω, διοράω, ἐφοράω, εἰσοράω, ἐνοράω, ἐποράω, καθοράω, ὁράω, παροράω, προοράω, προσοράω, συνοράω, ὑφοράω, ὑπεροράω
  • Forms:
    • ὑπερορῶσι
      • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
      • Verb: Pres Act Ind/Subj 3rd plur
    • ὑπερεῖδεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερεῖδες Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • ὑπερείδομεν Verb: 2Aor Act Ind 1st Plur
    • ὑπερεῖδόν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • ὑπερεωραμένη Verb: Perf Mid Ind 3rd Sing
    • ὑπεριδεῖν Verb: Aor Act Infin
    • ὑπερίδῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • ὑπερίδῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • ὑπερίδητε Verb: 2Aor Act Subj 2nd Plur
    • ὑπεριδόντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • ὑπεριδοῦσα Verb: Aor Act Part Nom Sing Fem
    • ὑπερίδωσιν Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • ὑπερορᾷς Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • ὑπερορᾶτε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • ὑπερορῶ Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • ὑπερορῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • ὑπεροφθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • ὑπερόψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • ὑπερόψῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
    • ὑπερόψομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
ὑπερορῶ
ὑπερορῶν
ὑπερορῶσι
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
    • Verb: Pres Act Ind/Subj 3rd plur
  • Root: ὑπεροράω
ὑπέρου
ὑπεροφθήσεται
ὑπεροχή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • prominence, projection, height
    • abundance, superiority, excess
    • place of prominence, place of authority, dignity
  • Forms:
    • ὑπεροχῇ Noun: Dat Sing Fem
    • ὑπεροχήν Noun: Acc Sing Fem
    • ὑπεροχῆς Noun: Gen Sing Fem
top
ὑπεροχῇ
ὑπεροχήν
ὑπεροχῆς
ὑπερόψει
ὑπερόψεται
ὑπερόψῃ
ὑπερόψις
ὑπερόψομαι
ὑπερπερισσεύομαι
ὑπερπερισσεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be present in abundance
    • to super-abound, abound much more, exceeding
    • to cause (someone) to overflow with (something), overflow
  • Cognates: περισσεύω, ὑπερπερισσεύω
  • Forms:
    • ὑπερεπερίσσευσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερπερισσεύομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
ὑπερπερισσῶς
ὑπερπλεονάζει
ὑπερπλεονάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to superabound, overflow, be exceeding abundant, abound exceedingly
  • Cognates: πλεονάζω, ὑπερπλεονάζω
  • Forms:
    • ὑπερπλεονάζει
      • Verb: Pres Act ind 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass 2nd sing
    • ὑπερεπλεόνασε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερεπλεόνασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερπλεονάσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
top
ὑπερπλεονάσῃ
ὑπέρραψεν
ὑπερρίπτοσαν
ὑπερρίπτω
ὑπερσπουδάζω
ὑπερτάτην
ὑπέρτατος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: uppermost, loftiest, supreme
ὑπερτάτῳ
ὑπερτηκόμενος
ὑπερτήκω
ὑπερτίθενται
ὑπερτίθημι
top
ὑπερτιμάω
ὑπερτιμῶν
ὑπερυμνητός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: highly extolled, highly praised
ὑπερυψούμενον
ὑπερυψούμενος
ὑπερυψοῦτε
ὑπερυψούτω
ὑπερυψόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to exalt exceedingly
      • to elevate
      • to raise to lofty height
    • Middle:
      • to rise
      • to raise oneself
    • Passive:
      • to be exalted
  • Cognates: ἀνυψόω, ἐξυψόω, προσυψόω, ὑπερυψόω, ὑψόω
  • Forms:
    • ὑπερυψούμενον Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
    • ὑπερυψούμενος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
    • ὑπερυψοῦτε Verb: Pres Act Imp 2nd Plur
    • ὑπερυψούτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
    • ὑπερυψῶ Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • ὑπερυψώθης Verb: Aor Pass Ind 2nd Sing
    • ὑπερυψωμένον Verb: Pres Pass Part Nom Sing Neut
    • ὑπερυψωμένος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
    • ὑπερύψωσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὑπερύψωσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ὑπερυψῶ
ὑπερυψώθης
ὑπερυψωμένον
top
ὑπερυψωμένος
ὑπερύψωσε
ὑπερύψωσεν
ὑπερφερής
ὑπερφέρω
ὑπερφέρων
ὑπερφόβος
ὑπερφόβου
ὑπερφρονεῖν
ὑπερφρονέω
ὑπερφωνέω
ὑπερχαρεῖς
top
ὑπερχαρής
ὑπερχέω
ὑπέρχομαι
ὑπερῷα
ὑπερῷοι
ὑπερῴοις
ὑπερῷον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: third story of a house, upper chamber (room)
  • Forms:
    • ὑπερῷα Noun: Acc Plur Neut
    • ὑπερῷοι Noun: Nom Plur Masc
    • ὑπερῴοις Noun: Dat Plur Neut
    • ὑπερῴου Noun: Gen Sing Neut
    • ὑπερῴῳ Noun: Dat Sing Neut
    • ὑπερῴων Noun: Gen Plur Neut
ὑπερῷος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: upper, upstairs, in upper room
ὑπερῴου
ὑπερῴῳ
ὑπερῴων