ὑποβάλλονται
ὑποβαλλόντων
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc/Neut
    • Verb: Pres Act Imperative 3rd plur
  • Root: ὑποβάλλω
ὑποβάλλω
ὑποβλεπόμενος
ὑποβλεπομένου
ὑποβλέπω