ἄρσεις
ἄρσεν
ἄρσενα
ἄρσενες
ἄρσενι
ἀρσενικά
ἀρσενικάς
ἀρσενικόν
ἀρσενικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • male, virile
    • belonging to the male gender
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀρσενικόςἀρσενικήἀρσενικόν
GENἀρσενικοῦἀρσενικῆςἀρσενικοῦ
DATἀρσενικῷἀρσενικῇἀρσενικῷ
ACCἀρσενικόνἀρσενικήνἀρσενικόν
Plural
 MascFemNeut
NOMἀρσενικοίἀρσενικαίἀρσενικά
GENἀρσενικῶνἀρσενικῶνἀρσενικῶν
DATἀρσενικοῖςἀρσενικαῖςἀρσενικοῖς
ACCἀρσενικούςἀρσενικάςἀρσενικά
ἀρσενικοῦ
ἀρσενικῷ
ἀρσενικῶν
ἀρσενοκοῖται
ἀρσενοκοίταις
ἀρσενοκοίτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a sodomite, homosexual, pederast
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἀρσενοκοίτηςἀρσενοκοῖται
GENἀρσενοκοίτουἀρσενοκοιτῶν
DATἀρσενοκοίτῃἀρσενοκοίταις
ACCἀρσενοκοίτηνἀρσενοκοίτας
ἄρσενος
ἄρσεσι ἄρσεσι(ν)
ἄρσεων
ἄρσην
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: male, masculine, strong
  • Forms:
    • ἄρσενι Adj: Dat Sing Masc
    • ἄρσενος Adj: Gen Sing Masc
    • ἄρσενα Adj: Acc Sing Masc
    • ἄρσενες Adj: Nom Plur Masc
    • ἄρσεσι(ν) Adj: Dat Plur Masc
ἄρσην
  • Parse: Noun: Nom Sing Neut
  • Meaning: Male
  • Forms:
    • ἀῤῥένων, ἀρρένων Noun: Gen Plur Masc
    • ἄῤῥεν, ἄρρεν Noun: Nom/Acc Sing Neut
    • ἄρσεν Noun: Nom/Acc Sing Neut
ἄρσιν
ἄρσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a burden, load, portion, something lifted, levy, tax
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἄρσιςἄρσεις
GENἄρσεωςἄρσεων
DATἄρσειἄρσεσι(ν)
ACCἄρσι(ν)ἄρσεις