ἀρίδες
ἀριήλ
  • Parse: Hebrew noun
  • Hebrew:
  • Meaning:
    • lion-like men (I Chron. 11:22)
    • altar (Ezek. 43:15,16)
    • Ἀριήλ (the mountain of God, i.e., Zion) (II Sam 23; Ezra 8; Isa. 15; 29)
ἀριθμεῖ
ἀριθμεῖν
ἀριθμέω
  • Present
  • ἀριθμεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • ἀριθμεῖν Verb: Pres Act Infin
  • ἀριθμηταί Verb: Pres Mid/Pass Subj 3rd Sing
  • ἀριθμοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
  • ἀριθμῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • Future
  • ἀριθμηθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • ἀριθμηθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
  • ἀριθμήσετε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • Aorist
  • ἀριθμηθείη Verb: Aor Pass opt 3rd Sing
  • ἀριθμηθῆναι Verb: Aor Pass Infin
  • ἀριθμῆσαι Verb: Aor Act Infin
  • ἀριθμήσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • ἀρίθμησον Verb: 1Aor Act Imperative 2nd Sing
  • ἠριθμήθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
  • ἠρίθμησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • ἠρίθμησας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • ἠρίθμησεν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • ἠριθμημέναι Verb: Perf Pass Part Nom Plur Fem
  • ἠρίθμηνται Verb: Perf Pass Ind 3rd Plur
  • ἠρίθμηται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
ἀριθμηθείη
ἀριθμηθῆναι
ἀριθμηθήσεται
ἀριθμηθήσονται
ἀριθμῆσαι
ἀριθμήσατε
ἀριθμήσετε
ἀρίθμησον
ἀριθμητά
ἀριθμηταί
ἀριθμητοί
ἀριθμητός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • numbered, counted
    • easily numbered, few in number
  • Cognates: ἀναρίθμητος, ἀριθμητός
  • Forms:
    • ἀριθμητά Adj: Nom Plur Neut
    • ἀριθμητοί Adj: Nom Plur Masc
ἀρίθμιος
ἀριθμοί
ἀριθμόν
ἀριθμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • total, sum, sum total, aggregate
    • a number, a small negligible number, few in number
    • unit of troops
    • act of counting, calculation, census, census-taking
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἀριθμόςἀριθμοί
GENἀριθμοῦἀριθμῶν
DATἀριθμῷἀριθμοῖς
ACCἀριθμόνἀριθμούς
VOCἀριθμέἀριθμοί
ἀριθμοῦ
ἀριθμοῦντος
ἀριθμῷ
ἀριθμῶν
ἀρίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • locust
    • a carpenter's drill (for making holes)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀρίςἀρίδες
GENἀρίδοςἀρίδων
DATἀρίδιἀρίσι(ν)
ACCἀρίδαἀρίδας
VOCἀρίἀρίδες
ἀριστᾶν
ἀριστάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to eat mid-day meal
    • to eat breakfast
    • to eat (any) meal, dine
  • Forms:
    • ἀριστᾶν Verb: Pres Act Infin
    • ἀριστῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • ἀριστήσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • ἀριστήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • ἠρίστα Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
    • ἠρίστησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
ἀριστεία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: excellence (moral and religious), prowess
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀριστείαἀριστεῖαι
GENἀριστείαςἀριστειῶν
DATἀριστείᾳἀριστείαις
ACCἀριστείανἀριστείας
ἀριστείας
ἀριστερά
ἀριστεραῖς
ἀριστεράν
ἀριστερᾶς
ἀριστερόν
ἀριστερός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • left hand, left (side as opposed to the right side)
    • north
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀριστερόςἀριστεράἀριστερόν
GENἀριστεροῦἀριστερᾶςἀριστεροῦ
DATἀριστερῷἀριστερᾷἀριστερῷ
ACCἀριστερόνἀριστεράνἀριστερόν
Plural
 MascFemNeut
NOMἀριστεροίἀριστεραίἀριστερά
GENἀριστερῶν
DATἀριστεροῖςἀριστεραῖςἀριστεροῖς
ACCἀριστερούςἀριστεράςἀριστερά
ἀριστερᾷ
ἀριστερῶν
ἀριστεῦσαι
ἀριστεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be the best, be superior, to prove stronger
  • Forms:
    • ἀριστεῦσαι Verb: Aor Act Infin
ἀριστέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to dine, eat a meal
  • Forms:
    • ἀρίστησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
ἀριστῆσαι
ἀριστήσατε
ἀριστήσῃ
ἀρίστησον
ἄριστον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • noon meal
    • breakfast
  • Forms:
    • ἀρίστου Noun: Gen Sing Neut
ἄριστος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc superl
  • Meaning: best, valiant
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἄριστοςἀρίστηἄριστον
GENἀρίστουἀρίστηςἀρίστου
DATἀρίστῳἀρίστῃἀρίστῳ
ACCἄριστονἀρίστηνἄριστον
VOCἄριστεἀρίστηἄριστε
Plural
 MascFemNeut
NOMἄριστοιἄρισταιἄριστα
GENἀρίστωνἀρίστωνἀρίστων
DATἀρίστοιςἀρίσταιςἀρίστοις
ACCἀρίστουςἀρίσταςἄριστα
VOCἄριστοιἄρισταιἄριστα
ἀρίστου
ἀρίστων
ἀριώθ
  • Parse: Transliterated Noun
  • Hebrew:
  • Meaning: herbs, wild gourds
  • Concord: 2Kings 4:39