ὑπόκαιε
ὑποκαιομένης
ὑποκαιόμενον
ὑποκαιομένους
ὑποκαίω
ὑποκαλύπτω
ὑποκαλύψεις
ὑποκάτω
  • Parse: Adverb
  • Meaning: under, beneath, below
ὑποκάτωθεν
ὑπόκειμαι
ὑποκείμεθα
ὑποκείμενον
ὑποκειμένου
ὑπόκειται
ὑποκριθείς
ὑποκριθῆναι
ὑποκριθῇς
ὑποκρίνασθαι
ὑποκρίνομαι
ὑποκρινόμενος
ὑποκρινομένους
ὑποκρινομένων
ὑποκρίνω
ὑποκρίσει
ὑποκρίσεις
ὑποκρίσεως
ὑπόκρισιν
ὑπόκρισις
Feminine
 SingularPlural
NOMὑπόκρισιςὑποκρίσεις
GENὑποκρίσεωςὑποκρίσεων
DATὑποκρίσειὑποκρίσεσι(ν)
ACCὑπόκρισι(ν)ὑποκρίσεις
ὑποκριτά
ὑποκριταί
ὑποκριτάς
ὑποκριτήν
ὑποκριτής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: hypocrite, pretender, impious person
  • Cognates: ἀδικοκρίτης, δικαιοκρίτης, κριτής, ὑποκριτής
  • Forms:
    • ὑποκριτάς
      • Noun: Acc Plur Masc
      • Noun: Nom Sing Masc
    • ὑποκριτά Noun: Voc Sing Masc
    • ὑποκριταί Noun: Nom/Voc Plur Masc
    • ὑποκριτήν Noun: Acc Sing Masc
    • ὑποκριτῶν Noun: Gen Plur Masc
ὑποκριτῶν