ὑποπίπτῃ
ὑποπίπτοντα
ὑποπίπτουσα
ὑποπίπτω
ὑποπλέω
ὑποπνεύσαντος
ὑποπνέω
ὑποπόδιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: footstool, footrest
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMὑποπόδιονὑποπόδια
GENὑποποδίουὑποποδίων
DATὑποποδίῳὑποποδίοις
ACCὑποπόδιονὑποπόδια
ὑποποδίου
ὑποποδίῳ
ὑποπτεύσαντες
ὑποπτεύσῃς
ὑποπτεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to suspect, suppose, be suspicious
    • to view with apprehension
    • to stand in fear of (something undesirable)
    • to view with anxiety
  • Cognates: ἐποπτεύω, κατοπτεύω, ὑποπτεύω
  • Forms:
    • ὑποπτεύσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • ὑποπτεύσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • ὑπώπτευσα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
ὕποπτον
ὕποπτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • fearful (that something bad will happen)
    • suspecting, viewing with suspicion
    • suspected, subject to suspicion
    • looked at from beneath, viewed from below
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὕποπτοςὑπόπτηὕποπτον
GENὑπόπτουὑπόπτηςὑπόπτου
DATὑπόπτῳὑπόπτῃὑπόπτῳ
ACCὕποπτονὑπόπτηνὕποπτον
VOCὕποπτεὑπόπτηὕποπτε
Plural
 MascFemNeut
NOMὕποπτοιὕποπταιὕποπτα
GENὑπόπτωνὑπόπτωνὑπόπτων
DATὑπόπτοιςὑπόπταιςὑπόπτοις
ACCὑπόπτουςὑπόπταςὕποπτα
VOCὕποπτοιὕποπταιὕποπτα
ὑποπυρρίζον
ὑποπυρρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be red coloured, become red
  • Cognates: πυρρίζω, ὑποπυρρίζω
  • Forms:
    • ὑποπυρρίζον Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut