ὑποζύγια
ὑποζυγίοις
ὑποζύγιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • donkey, ass, mule
    • a beast of burden, draught animal, a harnessed animal
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMὑποζύγιονὑποζύγια
GENὑποζυγίουὑποζυγίων
DATὑποζυγίῳὑποζυγίοις
ACCὑποζύγιονὑποζύγια
ὑποζυγίου
ὑποζυγίῳ
ὑποζυγίων
ὑποζώννυμι
ὑποζωννύντες
ὑπόζωσον