ὑποδέδεκται
ὑποδεδεμένους
ὑποδεδύκεισαν
ὑποδεδυκυῖαι
  • Parse:
    • Verb: Perf Act Part Nom Plur Fem
    • Verb: Perf Act Part Dat Sing Fem
  • Root: ὑποδύω
ὑποδεές
ὑποδεέστεροι
ὑποδεέστερος
ὑποδεεστέρους
ὑποδεής
ὑπόδειγμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • an example, model, pattern, indication, plan (of a house)
    • a copy, imitation
    • figure, allegory
  • Cognates: δεῖγμα, ἔνδειγμα, παράδειγμα, ὑπόδειγμα
  • Forms:
    • ὑποδειγμάτων Noun: Gen Plur Neut
    • ὑποδείγμασιν Noun: Dat Plur Neut
    • ὑποδείγμασι Noun: Dat Plur Neut
    • ὑποδείγματα Noun: Acc Plur Neut
    • ὑποδείγματι Noun: Dat Sing Neut
ὑποδείγμασι
ὑποδείγμασιν
ὑποδείγματα
top
ὑποδείγματι
ὑποδειγμάτων
ὑποδείκνυμεν
ὑποδείκνυμι
ὑποδεικνύοντες
ὑποδεικνύοντος
ὑποδεικνύουσα
ὑποδείκνυτε
ὑποδεικνύω
ὑποδεικνύων
ὑποδεῖξαι
top
ὑποδείξαντος
ὑποδείξατε
ὑποδείξῃ
ὑποδείξῃς
ὑπόδειξον
ὑποδείξουσιν
ὑποδείξω
ὑποδεξαμένη
ὑποδεξάμενοι
ὑποδέξονται
ὑποδέχομαι
ὑποδέω
top
ὑπόδημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: shoe, sandal, footwear; a band around the foot
  • Cognates: διάδημα, ὑπόδημα
  • Forms:
    • ὑποδήμασιν Noun: Dat Plur Neut
    • ὑποδήματα Noun: Acc Plur Neut
    • ὑποδήματι Noun: Dat Sing Neut
    • ὑποδήματος Noun: Gen Sing Neut
    • ὑποδημάτων Noun: Gen Plur Neut
ὑποδήμασιν
ὑποδήματα
ὑποδήματι
ὑποδήματος
ὑποδημάτων
ὑπόδησαι
ὑποδησάμενοι
ὑπόδικος
ὑπόδουλοι
ὑπόδουλος
ὑποδραμόντες
ὑποδύομαι
ὑποδύσαντες
top
ὑποδύτην
ὑποδύτης
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Masc
  • Meaning: undergarment, a garment under a coat of mail
  • Forms:
    • ὑποδύτην Noun: Acc Sing Masc
    • ὑποδύτου Noun: Gen Sing Masc
ὑποδύτου
ὑποδύω