ὑπογεγραμμένα
ὑπογεγραμμένην
ὑπογεγραμμένον
ὑπόγειον
ὑπόγειος
ὑπογραμμοῖς
ὑπογραμμόν
ὑπογραμμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: outline, an underwriting, a copy for imitation, example
  • Forms:
    • ὑπογραμμοῖς Noun: Dat Plur Masc
    • ὑπογραμμόν Noun: Acc Sing Masc
ὑπογράφῃ
ὑπογράφω
ὑπόγυος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: approaching, close at hand
  • Forms:
    • ὑπογύου Adj: Gen Sing Fem
ὑπογύου