ὑπογεγραμμένα
ὑπόγαιον
ὑπογεγραμμένην
ὑπογεγραμμένον
ὑπόγειον
ὑπόγειος
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπόγειοςὑπόγειον
ὑπόγαιον
GENὑπογείου
DATὑπογείῳ
ACCὑπόγειον
ὑπόγαιον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπόγειοιὑπόγεια
GENὑπογείων
DATὑπογείοις
ACCὑπογείουςὑπόγεια
ὑπογραμμοῖς
ὑπογραμμόν
ὑπογραμμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • outline, an underwriting
    • a copy for imitation, example
    • guideline (to be followed)
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMὑπογραμμόςὑπογραμμοί
GENὑπογραμμοῦὑπογραμμῶν
DATὑπογραμμῷὑπογραμμοῖς
ACCὑπογραμμόνὑπογραμμούς
VOCὑπογραμμέὑπογραμμοί
ὑπογράφῃ
ὑπογράφω
ὑπόγυος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: approaching, close at hand, imminent
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑπόγυοςὑπόγυον
GENὑπογύου
DATὑπογύῳ
ACCὑπόγυον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑπόγυοιὑπόγυα
GENὑπογύων
DATὑπογύοις
ACCὑπογύουςὑπόγυα
ὑπογύου