ἄμπελοι
ἀμπέλοις
ἄμπελον
ἄμπελος
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: vine, grapevine
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἄμπελοςἄμπελοι
GENἀμπέλουἀμπέλων
DATἀμπέλῳἀμπέλοις
ACCἄμπελονἀμπέλους
ἀμπέλου
ἀμπελουργοί
ἀμπελουργόν
ἀμπελουργός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a vine-dresser, pruner, vine-pruner, vine-worker, gardener
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἀμπελουργόςἀμπελουργοί
GENἀμπελουργοῦἀμπελουργῶν
DATἀμπελουργῷἀμπελουργοῖς
ACCἀμπελουργόνἀμπελουργούς
VOCἀμπελουργέἀμπελουργοί
ἀμπελουργούς
ἀμπέλους
ἀμπέλῳ
ἀμπελών
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a vineyard
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἀμπελώνἀμπελῶνες
GENἀμπελῶνοςἀμπελώνων
DATἀμπελῶνιἀμπελῶσιν
ACCἀμπελῶναἀμπελῶνας
ἀμπέλων
ἀμπελῶνα
ἀμπελῶνας
ἀμπελῶνες
ἀμπελῶνι
ἀμπελῶνος
ἀμπελώνων
ἀμπελῶσιν
ἀμπέχεσθαι
ἀμπέχω
ἀμπλακία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: error, fault, sin
  • Note: also spelled ἀμβλακία
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀμπλακίαἀμπλακίαι
GENἀμπλακίαςἀμπλακιῶν
DATἀμπλακίᾳἀμπλακίαις
ACCἀμπλακίανἀμπλακίας
ἄμπωτιν
ἄμπωτις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: the ebb-tide, a sucking back
  • Forms:
    • ἄμπωτιν Noun: Acc Sing Fem