ἑξάκις
  • Parse: Adverb
  • Meaning: six times
ἑξακισχίλιαι
ἑξακισχίλιοι
ἑξακισχιλίοις
ἑξακισχιλίους
ἐξακολούθει
ἐξακολουθεῖν
ἐξακολουθέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to conform to
    • to follow, pursue (a way)
    • to go after (something attractive)
    • to obey, follow (an authority)
  • Cognates: ἀκολουθέω, ἐπακολουθέω, ἐξακολουθέω, κατακολουθέω, παρακολουθέω, συνακολουθέω, συνεπακολουθέω
  • Forms:
    • ἐξακολουθεῖν Verb: Pres Act Infin
    • ἐξακολούθει Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • ἐξακολουθῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • ἐξακολουθήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • ἐξακολουθήσουσι Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • ἐξακολουθήσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • ἐξακολουθοῦμεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
    • ἐξηκολούθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • ἐξηκολούθησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ἐξακολουθῆσαι
ἐξακολουθήσαντες
ἐξακολουθήσουσι
ἐξακολουθήσουσιν
ἐξακολουθοῦμεν
ἐξακονάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to sharpen, whet
  • Cognates: ακονάω
  • Forms:
    • ἐξηκονήθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
ἐξακοντίζουσιν
ἐξακοντίζω
ἑξακόσια
ἑξακόσιαι
ἑξακοσίας
ἑξακόσιοι
ἑξακοσιοστός
ἑξακοσιοστῷ
ἑξακοσίους
ἐξακοσίων
ἐξακριβάζεται
ἐξακριβάζῃ
ἐξακριβάζομαι
ἐξακριβάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to inquire with precision
      • to know accurately
      • to count accurately
    • Middle:
      • to examine accurately
  • Cognates: ἀκριβάζω, διακριβάζομαι, ἐξακριβάζω
  • Forms:
    • ἐξακριβάζῃ Verb: Pres Mid/Pass Subj 2nd Sing
    • ἐξακριβάζομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • ἐξακριβάσασθαι Verb: Aor Mid Infin
    • ἐξακριβάζεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • ἐξηκριβάσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
ἐξακριβάσασθαι