συμπλακήσεται
συμπλακήσονται
συμπλέκεται
συμπλέκουσιν
συμπλεκτόν
συμπλεκτός
συμπλέκω
  • Present
  • συμπλέκεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • συμπλέκουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • Imperfect
  • συνεπλέκετο Verb: Imperfect Mid Ind 3rd Sing
  • Future
  • συμπλακήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • συμπλακήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • συνεπλάκησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
  • Perfect
  • συμπεπλεγμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Neut
  • συμπεπλεγμένους Verb: Perf Mid Part Acc Plur Masc
  • συμπέπλεκται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
συμπληροῦσθαι
συμπληρόω
συμπλήρωσιν
συμπλήρωσις
Feminine
 SingularPlural
NOMσυμπλήρωσιςσυμπληρώσεις
GENσυμπληρώσεωςσυμπληρώσεων
DATσυμπληρώσεισυμπληρώσεσι(ν)
ACCσυμπλήρωσι(ν)συμπληρώσεις
συμπλοκάς
συμπλοκή
Feminine
 SingularPlural
NOMσυμπλοκήσυμπλοκαί
GENσυμπλοκῆςσυμπλοκῶν
DATσυμπλοκῇσυμπλοκαῖς
ACCσυμπλοκήνσυμπλοκάς
VOCσυμπλοκήσυμπλοκαί
σύμπλοκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • entwined, interwoven, involved
    • sexual involvement, illicit activity
  • Forms:
    • συμπλοκῶν Adj: Gen Plur Fem
συμπλοκῶν