συμπνεῖ
συμπνέω
συμπνίγει
συμπνίγονται
συμπνίγουσι
συμπνίγουσιν
συμπνίγω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to choke, throng, strangle, drown
  • Cognates: ἀποπνίγω, πνίγω, συμπνίγω
  • Forms:
    • συμπνίγει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • συμπνίγονται Verb: Pres Pass Ind 3rd Plur
    • συμπνίγουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • συμπνίγουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • συνέπνιγον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • συνέπνιξαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur