συμποδίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to shackle, hog-tie
      • to tie the feet of (someone)
      • to bind (someone) hand and foot
      • to foot-bind (someone) with ropes or shackles
      • to bind the feet of (a child with swaddling clothes)
      • to restrain (a child's feet to prevent wandering off)
    • Passive:
      • to be restrained
      • to be impeded
      • to be overthrown
  • Forms:
Present
Imperfect
Future
  • συμποδιοῦσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • συμποδισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
Aorist
  • συμποδίσαντας Part: Aor Act Acc Plur Masc
  • συμποδίσαντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
  • συμποδίσας Part: 1Aor Act Nom Sing Masc
  • συνεπόδισα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
  • συνεπόδισας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • συνεπόδισε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνεπόδισε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνεποδίσθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
Perfect
συμποδιοῦσι(ν)
συμποδίσαντας
συμποδίσαντες
συμποδίσας
συμποδισθήσεται
συμποιέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to help in doing, assist
    • to work in cooperation with
  • Forms:
    • συμποιῶσιν Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
συμποιῶσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Root: συμποιέω
συμπολεμέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to join in war
    • to fight alongside in war
  • Forms:
    • συνεπολέμει Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
    • συνεπολέμησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεπολέμησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
συμπολῖται
συμπολιτεύομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning: to be a fellow-citizen, live in the same state
  • Forms:
    • συνεπολιτεύσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
συμπολίτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: fellow-citizen
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυμπολίτηςσυμπολῖται
GENσυμπολίτουσυμπολιτῶν
DATσυμπολίτῃσυμπολίταις
ACCσυμπολίτηνσυμπολίτας
συμπονεῖ
συμπονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to work with, labour with, toil with
    • to suffer with
    • to help with
  • Forms:
    • συμπονεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
συμπορεύεσθαι
συμπορεύεται
συμπορεύῃ
συμπορευθεῖσι(ν)
συμπορευθέντων
συμπορεύθητι
συμπορευθήτω
συμπορεύομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to go with (someone)
    • to journey together
    • to come together, flock
  • Forms:
    • συμπορεύῃ Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
    • συμπορευομένῳ Part: Pres Mid/Pass Dat Sing Masc
    • συμπορεύονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • συμπορευθέντων Part: 1Aor Pass Gen Plur Masc
    • συνεπορεύετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • συνεπορεύοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
συμπορευόμενοι
συμπορευόμενος
συμπορευομένου
συμπορευομένους
συμπορευομένῳ
συμπορευομένων
συμπορεύονται
συμπορεύσεται
συμπορεύσῃ
συμπορπάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to fasten together (with a buckle)
      • to pin together
    • Passive:
      • to be fastened together
      • to be pinned together
  • Forms:
    • συμπεπορπημένους Part: Perf Mid/Pass Acc Plur Masc
συμπόσια
συμποσία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: common meal, banquet, drinking party
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυμποσίασυμποσίαι
GENσυμποσίαςσυμποσιῶν
DATσυμποσίᾳσυμποσίαις
ACCσυμποσίανσυμποσίας
VOCσυμποσίασυμποσίαι
συμποσίαν
συμποσίας
συμπόσιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a drinking party, a room of guests, company, symposium
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMσυμπόσιονσυμπόσια
GENσυμποσίουσυμποσίων
DATσυμποσίῳσυμποσίοις
ACCσυμπόσιονσυμπόσια
συμποσίου
συμποσίῳ
συμπότης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a fellow-drinker, boon-companion, drinking partner, drinking buddy
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυμπότηςσυμπόται
GENσυμπότουσυμποτῶν
DATσυμπότῃσυμπόταις
ACCσυμπότηνσυμπότας
συμποτῶν