συμπραγματεύομαι
συμπραγματευόμενοι
συμπρεσβύτερος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: co-presbyter, co-elder
συμπροπέμπω
συμπροπέμπων
συμπροπέμψαι
συμπροπορεύομαι
συμπρόσειμι
συμπροσέσται
συμπροσπλακήσεται
συμπροσπλέκομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid Ind 1st Sing
  • Meaning: to contend, struggle hard
  • Forms:
    • συμπροσπλακήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing (Dan 11:10)