συμφαγεῖν
συμφέρει
συμφέρον
συμφέροντα
συμφέροντος
συμφερόντων
συμφερόντως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: profitably, advantageously, constructively
συμφέρω
συμφεύγω
σύμφημι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to talk together with
    • to talk in a conspiring way with
    • to agree, say jointly, assent to, consent unto
    • to conspire
  • Cognates: ἔκφημι, σύμφημι, φημί
συμφλέγοντες
top
συμφλέγω
συμφλογίζω
συμφορά
συμφορᾷ
σύμφορα
συμφοράζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to bewail
  • Forms:
    • συμφοράσουσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
συμφοραῖς
συμφοράν
συμφοράς
συμφορᾶς
συμφοράσουσιν
σύμφοροι
top
σύμφορον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: the good, welfare
σύμφορος
συμφορτιζόμενος
συμφορτίζω
συμφορώτερον
  • Parse:
    • Adj: Acc Sing Masc Comp
    • Adj: Nom/Acc Sing Neut Comp
  • Root: σύμφορος
συμφράξει
συμφράσσω
συμφρονέω
συμφρονοῦσιν
συμφρύγω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to burn up, parch fully
  • Forms:
    • συνέφρυγεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • συνεφρύγησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
συμφυγόντας
top
συμφυγόντων
συμφυεῖσαι
  • Parse: Verb: 2Aor Pass Part Nom Plur Fem
  • Root: συμφύω
συμφυλέτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: compatriot, co-tribesman, fellow-countryman
  • Forms:
    • συμφυλετῶν Noun: Gen Plur Masc
συμφυλετῶν
συμφυρμοί
συμφυρμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: orgy, mixing, mingling of sexual intercourse
  • Forms:
    • συμφυρμοί Noun: Nom Plur Masc
    • συμφυρμούς Noun: Gen Plur Masc
συμφυρμούς
συμφυρόμενον
συμφύρω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to knead together
      • to beat black and blue
    • Middle:
      • to mingle with (sexually)
      • to get involved in (something)
  • Cognates: ἐκφύρω, ἐμφύρω, συμφύρω, συναναφύρω, φύρω
  • Forms:
    • συμφυρόμενον Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • συνεφύροντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
σύμφυτοι
σύμφυτος
top
συμφύτῳ
συμφύω
σύμφωνα
σύμφωνε
συμφωνεῖ
συμφωνέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Of people: to be in harmony, be in agreement, agree
    • Of things: to match with, blend in (e.g., a patch blends in with the surrounding material), fit (in), agree with
    • Of things: to fit together, mate
    • Of things: to harmonize (in sound)
  • Cognates: , ἀναφωνέω, ἀντιφωνέω, διαφωνέω, ἐκφωνέω, ἐπιφωνέω, φωνέω, προσφωνέω, συμφωνέω, ὑπερφωνέω
  • Forms:
    • συνεφώνουν
      • Verb: Imp Act Ind 1st Sing
      • Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • συμφωνοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • συμφωνεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • συμφωνήσας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • συμφωνησεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συμφωνήσωσιν Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • συμφωνοῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • συνεφωνήθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • συνεφώνησαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνεφώνησας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • συνεφώνησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεφώνησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
συμφωνήσας
συμφωνησεῖ
συμφώνησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: agreement, accordance, concord
συμφωνήσωσιν
συμφωνία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • harmonious music, lit.: symphony
    • musical instrument
  • Forms:
    • συμφωνίας Noun: Gen Sing Fem
top
συμφωνίας
σύμφωνοι
σύμφωνον
σύμφωνος
συμφώνου
συμφωνοῦντες
συμφωνοῦσιν
συμφώνῳ
συμφώνων
συμφώνως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: harmoniously