συμβαίῃ
συμβαίνει
  • Parse:
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • Root: συμβαίνω
συμβαίνειν
συμβαίνῃ
  • Parse:
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
  • Root: συμβαίνω
συμβαίνοντα
συμβαίνοντος
συμβαίνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to meet, happen, come about, come to pass
    • to occur
  • Cognates: ἀναβαίνω, ἀποβαίνω, βαίνω, διαβαίνω, ἐκβαίνω, ἐμβαίνω, ἐπιβαίνω, καταβαίνω, μεταβαίνω, παραβαίνω, παρεκβαίνω, προβαίνω, συγκαταβαίνω, συμβαίνω, συναναβαίνω, ὑπερβαίνω
  • Forms:
    • συμβαίνει
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • συμβαίῃ Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
    • συμβαίνειν Verb: Pres Act Infin
    • συμβαίνῃ
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
      • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • συμβαίνοντα Verb: Pres Act Part Nom Plur Neut
    • συμβαίνοντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Neut
    • συμβάντα Verb: Aor Act Part Acc Plur Neut
    • συμβάντων Verb: 2Aor Act Part Gen Plur Masc
    • συμβέβηκε Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
    • συμβέβηκεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
    • συμβεβηκός Verb: Perf Act Part Acc Sing Neut
    • συμβεβηκόσιν Verb: Perf Act Part Dat Plur Neut
    • συμβεβηκότα Verb: Perf Act Part Acc Plur Neut
    • συμβεβηκότι Verb: Perf Act Part Dat Sing Neut
    • συμβεβηκότων Verb: Perf Act Part Gen Plur Neut
    • συμβῇ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • συμβῆναι Verb: Aor Act Infin
    • συμβήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • συμβησόμενον Verb: Fut Mid Part Acc Sing Neut
    • συνέβαινεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • συνέβαινον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • συνέβη Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
συμβαλεῖν
συμβάλετε
συμβάλλει
συμβάλλεις
συμβαλλόμενοι
συμβάλλουσα
συμβάλλω
top
συμβάντα
συμβάντων
συμβασιλεύσομεν
συμβασιλεύσωμεν
συμβασιλεύω
συμβαστάζω
συμβασταχθήσεται
συμβέβηκε
συμβέβηκεν
συμβεβηκός
συμβεβηκόσιν
συμβεβηκότα
top
συμβεβηκότι
συμβεβηκότων
συμβεβληκότες
συμβεβληκότων
συμβεβληκώς
συμβέβληται
συμβεβούλευσαι
συμβῇ
συμβῆναι
συμβήσεται
συμβησόμενον
συμβιβᾷ
συμβιβαζόμενον
συμβιβάζοντες
συμβιβάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to prove logically
      • to teach, instruct
      • to bring together
      • to bring together, reconcile
      • to put together, compare, examine
      • to advise
      • to guide
    • Passive:
      • to be joined or knit together, framed
  • Cognates: ἀναβιβάζω, βιβάζω, διαβιβάζω, ἐμβιβάζω, ἐπιβιβάζω, διαβιβάζω, καταβιβάζω, παραβιβάζω, διαβιβάζω, προβιβάζω, συμβιβάζω
  • Forms:
    • συμβιβᾷ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συμβιβάσαι Verb: Aor Act Infin
    • συμβιβασάτω Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
    • συμβιβάσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συμβιβάσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • συμβιβασθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • συμβιβασθέντων Verb: Aor Pass Part Gen Plur Masc
    • συμβιβάσω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
    • συμβιβαζόμενον Verb: Pres Pass Part Nom Sing Neut
    • συμβιβάζοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • συμβιβάζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • συμβιβῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • συνεβίβασαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνεβίβασε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεβίβασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
top
συμβιβάζων
συμβιβάσαι
συμβιβασάτω
συμβιβάσει
συμβιβάσεις
συμβιβασθέντες
συμβιβασθέντων
συμβιβάσω
συμβιβῶ
συμβίοις
σύμβιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • living together
    • Substantival:
      • companion, spouse
  • Forms:
    • συμβίους Adj: Acc Plur Masc
    • συμβίοις Adj: Dat Plur Masc
    • συμβίῳ Adj: Dat Sing Masc
συμβίους
συμβιόω
top
συμβίῳ
συμβιώσεται
συμβίωσιν
συμβίωσις
συμβιωτάς
συμβιωτής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: someone who lives with, companion, partner, confidant
  • Forms:
    • συμβιωτάς Noun: Acc Plur Masc
σύμβλημα
σύμβλησιν
σύμβλησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: juncture, seam, union, a joint
  • Forms:
    • σύμβλησιν Noun: Acc Sing Fem
συμβοηθοί
συμβοηθός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: assisting, helper
  • Forms:
    • συμβοηθοί Noun: Nom Plur Masc
σύμβολα
συμβολαῖς
top
συμβολάς
συμβολή
συμβολῇ
συμβολήν
συμβόλοις
συμβολοκοπέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to share in meals, share in parties
    • to revel
    • to be given to feasting
  • Forms:
    • συμβολοκοπήσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • συμβολοκοπῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
συμβολοκοπήσῃς
συμβολοκοπῶν
σύμβολον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a sign, seal, token (by which one infers a thing)
  • Forms:
    • σύμβολα Noun: Acc Plur Neut
    • συμβόλοις Noun: Dat Plur Neut
συμβοσκηθήσεται
συμβόσκω
top
σύμβουλε
συμβουλεύετε
συμβουλευομένου
συμβουλεύοντα
συμβουλεύοντες
συμβουλευόντων
συμβουλεύου
συμβουλεύσαιμ
συμβουλεύσαντα
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Part Nom/Acc Plur Neut
    • Verb: Aor Act Part Acc Sing Masc
  • Root: συμβουλεύω
συμβουλεύσας
συμβουλεύσασιν
συμβουλεύσομαι
συμβουλεύσω
συμβουλευταῖς
συμβουλευτής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: adviser, counsellor
  • Forms:
    • συμβουλευταῖς Noun: Dat Plur Masc
top
συμβουλεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to advise, give advice
      • to counsel
    • Middle:
      • to counsel (someone)
      • to take counsel
      • to consult, plot
      • to deliberate
      • to meditate on, consider
  • Cognates: βουλεύω, διαβουλεύω, ἐπιβουλεύω, παραβουλεύω, συμβουλεύω
  • Forms:
    • συμβουλευομένου Verb: Pres Mid/Pass Part Gen Sing Masc/Neut
    • συμβουλεύσαντα
      • Verb: Aor Act Part Nom/Acc Plur Neut
      • Verb: Aor Act Part Acc Sing Masc
    • συμβεβούλευσαι Verb: Perf Mid Ind 2nd Sing
    • συμβουλεύετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • συμβουλεύοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • συμβουλεύοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • συμβουλευόντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • συμβουλεύου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • συμβουλεύσαιμ Verb: Aor Act Opt 1st Sing
    • συμβουλεύσας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • συμβουλεύσασιν Verb: Aor Act Part Dat Plur Masc
    • συμβουλεύσομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
    • συμβουλεύσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • συμβουλεύων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • συνεβούλευσα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • συνεβούλευσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνεβουλεύσαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • συνεβουλεύσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • συνεβούλευσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεβούλευσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
συμβουλεύων
συμβουλή
συμβουλήν
συμβουλία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: advice, counsel
  • Forms:
    • συμβουλίαι Noun: Nom Plur Fem
    • συμβουλίαν Noun: Acc Sing Fem
    • συμβουλίας Noun: Acc Plur Fem
συμβουλίαι
συμβουλίαν
συμβουλίας
συμβούλιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • council
    • council session, meeting (e.g., convene a council)
    • consultation and plan, consultation and purpose
    • formulation of a plan, decision, plot
  • Cognates: διαβούλιον, συμβούλιον
  • Forms:
    • συμβουλίου Noun: Gen Sing Neut
top
συμβουλίου
σύμβουλοι
σύμβουλον
σύμβουλος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: an adviser, counsellor
  • Cognates: ἐπίβουλος, σύμβουλος
  • Forms:
    • σύμβουλε Noun: Voc Sing Masc
    • σύμβουλοι Noun: Nom Plur Masc
    • σύμβουλον Noun: Acc Sing Masc
    • συμβούλου Noun: Gen Sing Masc
    • συμβούλους Noun: Acc Plur Masc
    • συμβούλῳ Noun: Dat Sing Masc
    • συμβούλων Noun: Gen Plur Masc
συμβούλου
συμβούλους
συμβούλῳ
συμβούλων
συμβραβεύω