συμμαθηταῖς
συμμαθητάς
συμμαθητής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a co-learner, co-disciple, fellow disciple, fellow pupil
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυμμαθητήςσυμμαθηταί
GENσυμμαθητοῦσυμμαθητῶν
DATσυμμαθητῇσυμμαθηταῖς
ACCσυμμαθητήνσυμμαθητάς
VOCσυμμαθητάσυμμαθηταί
συμμαρτυρεῖ
συμμαρτυρέω
συμμαρτυροῦμαι
συμμαρτυρούσης
συμμαχέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be an ally, fight at someone's side, fight along with (not fight against)
    • to help, assist
  • Cognates: θεομαχέω, θηριομαχέω, θυμομαχέω, λογομαχέω, μονομαχέω, προμαχέω, συμμαχέω, ὑπερμαχέω
  • Forms:
    • συμμαχῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • συμμαχήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συμμαχήσετε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
    • συμμαχήσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • συμμαχοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
    • συμμαχῶσιν Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • συνεμάχησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνεμάχουν Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • συμμαχοῦσιν Verb: Pres Act Part Dat Plur
συμμαχῆσαι
συμμαχήσει
συμμαχήσετε
συμμαχήσουσιν
συμμαχία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • military alliance, confederacy
    • military ally
    • auxiliary troops
    • help
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυμμαχίασυμμαχίαι
GENσυμμαχίαςσυμμαχιῶν
DATσυμμαχίᾳσυμμαχίαις
ACCσυμμαχίανσυμμαχίας
VOCσυμμαχίασυμμαχίαι
συμμαχίᾳ
συμμαχίαν
συμμαχίας
σύμμαχοι
συμμάχοις
συμμάχομαι
σύμμαχον
σύμμαχος
Masculine
 SingularPlural
NOMσύμμαχοςσύμμαχοι
GENσυμμάχουσυμμάχων
DATσυμμάχῳσυμμάχοις
ACCσύμμαχονσυμμάχους
VOCσύμμαχεσύμμαχοι
συμμάχου
συμμαχοῦντα
συμμαχοῦντος
συμμάχους
συμμαχοῦσιν
συμμαχῶσιν
συμμειγεῖς
συμμειγής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: mixed together, commingled, promiscuous
  • Note: also spelled συμμιγής
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMσυμμειγήςσυμμειγές
GENσυμμειγοῦς
DATσυμμειγεῖ
ACCσυμμειγῆσυμμειγές
Plural
 MascFemNeut
NOMσυμμειγεῖςσυμμειγῆ
GENσυμμειγῶν
DATσυμμειγέσι(ν)
ACCσυμμειγεῖςσυμμειγῆ
συμμειγήσονται
συμμειγνύμενος
συμμείγνυμι
σύμμεικτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: commingled, lacking uniformity
συμμείξας
συμμείξῃ
συμμερίζομαι
συμμερίζονται
συμμερίζω
συμμετασχών
συμμετέχω
συμμέτοχα
συμμέτοχοι
συμμέτοχος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: co-participant, partaker
  • Forms:
    • συμμέτοχα Adj: Acc Plur Neut
    • συμμέτοχοι Adj: Nom Plur Masc
συμμετρία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: due proportion, right measure
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυμμετρίασυμμετρίαι
GENσυμμετρίαςσυμμετριῶν
DATσυμμετρίᾳσυμμετρίαις
ACCσυμμετρίανσυμμετρίας
VOCσυμμετρίασυμμετρίαι
συμμετρίᾳ
σύμμετρον
σύμμετρος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • of the same class
    • of generous proportions and size
    • suitable
  • Forms:
    • σύμμετρον
      • Adj: Acc Sing Masc
      • Adj: Nom/Acc Sing Neut
συμμιαίνω
συμμιγής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: mixed together, commingled, promiscuous
  • Note: Also spelled συμμειγής
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMσυμμιγήςήςσυμμιγήςές
GENσυμμιγήςοῦς
DATσυμμιγήςεῖ
ACCσυμμιγήςῆσυμμιγήςές
Plural
 MascFemNeut
NOMσυμμιγήςεῖςσυμμιγήςῆ
GENσυμμιγήςῶν
DATσυμμιγήςέσι(ν)
ACCσυμμιγήςεῖςσυμμιγήςῆ
συμμίγνυμι
  • Present
  • συμμειγνύμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • συνεμίγνυτο Verb: Imp Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • συνέμισγον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • συμμειγήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • συμμίξῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • συμμείξας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
  • συμμείξῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • συνέμειξαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • συνέμειξε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνέμειξεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνέμιξαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • Perfect
σύμμικτοι
σύμμικτον
σύμμικτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: combined, mixed, commingled, co-mingled, promiscuous
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMσύμμικτοςσύμμικτον
GENσυμμίκτου
DATσυμμίκτῳ
ACCσύμμικτον
Plural
 MascFemNeut
NOMσύμμικτοισύμμικτα
GENσυμμίκτων
DATσυμμίκτοις
ACCσυμμίκτουςσύμμικτα
συμμίκτου
συμμίκτους
συμμίκτῳ
συμμίκτων
συμμιμηταί
συμμιμητής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: co-imitator, follower together
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυμμιμητήςσυμμιμηταί
GENσυμμιμητοῦσυμμιμητῶν
DATσυμμιμητῇσυμμιμηταῖς
ACCσυμμιμητήνσυμμιμητάς
VOCσυμμιμητάσυμμιμηταί
συμμίξεων
συμμίξῃ
σύμμιξις
Feminine
 SingularPlural
NOMσύμμιξιςσυμμίξεις
GENσυμμίξεωςσυμμίξεων
DATσυμμίξεισυμμίξεσι(ν)
ACCσύμμιξινσυμμίξεις
συμμίσγει
συμμίσγειν
συμμίσγω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to meet for conversation
    • to speak with
    • to enter close relationship with
    • to engage in battle with
  • Cognates: μίσγω, συμμίσγω, συναναμίσγω
  • Forms:
    • συμμίσγει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • συμμίσγειν Verb: Pres Act Infin
συμμισοπονηρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to feel common hatred for what is bad
  • Forms:
    • συμμισοπονηρούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
συμμισοπονηρούντων
συμμολυνθῇ
συμμολύνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to defile together
      • to disgrace together
    • Passive:
      • to defile oneself
  • Cognates: ἐμμολύνω, μολύνω
  • Forms:
    • συμμολυνθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
συμμορφιζόμενος
συμμορφίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to grant with the same form
      • to invest with same form
    • Passive:
      • to take on the same form
  • Forms:
    • συμμορφιζόμενος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
σύμμορφον
σύμμορφος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: having the same form, similar in form
  • Forms:
    • σύμμορφον Adj: Acc Sing Neut
    • συμμόρφους Adj: Acc Plur Masc
συμμορφούμενος
συμμόρφους
συμμορφόω
συμμύσται
συμμύστης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: fellow-initiate
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυμμύστηςσυμμύσται
GENσυμμύστουσυμμυστῶν
DATσυμμύστῃσυμμύσταις
ACCσυμμύστηνσυμμύστας