συγκύπτουσα
συγκύπτω
συγκυρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be adjacent to
    • to belong to
    • to be contiguous with
    • to border on
  • Cognates: κυρέω, προσκυρέω, συγκυρέω
  • Forms:
    • συγκυροῦντα Verb: Pres Act Part Acc Plur Neut
    • συγκυρούσαις Verb: Pres Act Part Dat Plur Fem
συγκυρία
Feminine
 SingularPlural
NOMσυγκυρίασυγκυρίαι
GENσυγκυρίαςσυγκυριῶν
DATσυγκυρίᾳσυγκυρίαις
ACCσυγκυρίανσυγκυρίας
VOCσυγκυρίασυγκυρίαι
συγκυρίαν
συγκυροῦντα
συγκυρούσαις
συγκυρόω
συγκύψας