συγγελάσῃς
συγγελάω
συγγενεῖ
συγγένεια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: relationship, relatives, kindred, clan, group of people bound by family ties
  • Cognates: εὐγένεια, συγγένεια
  • Forms:
    • συγγένειαι Noun: Nom Plur Fem
    • συγγενειᾳ Noun: Dat Sing Fem
    • συγγένειαν Noun: Acc Sing Fem
    • συγγενείας Noun: Gen Sing Fem
    • συγγενειῶν Noun: Gen Plur Fem
συγγενείᾳ
συγγένειαι
συγγένειαν
συγγενείας
συγγενεῖς
συγγενειῶν
συγγενέσθαι
συγγενέσι
συγγενέσιν
συγγενεύς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: kinsman
  • Forms:
    • συγγενεῦσιν Noun: Dat Plur Masc
συγγενεῦσιν
συγγενῆ
συγγενής
Singular
 MascFemNeut
NOMσυγγενήςσυγγενές
GENσυγγενοῦς
DATσυγγενεῖ
ACCσυγγενῆσυγγενές
Plural
 MascFemNeut
NOMσυγγενεῖςσυγγενῆ
GENσυγγενῶν
DATσυγγενέσι(ν)
ACCσυγγενεῖςσυγγενῆ
συγγενικόν
συγγενικός
συγγενίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: female relative, kinswoman
συγγενοῦς
συγγενώμεθα
συγγενων
συγγηράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to grow old together with
συγγίνομαι
συγγινομένους
συγγινώσκω
συγγνούς
συγγνώμη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: concession, lenient judgment, indulgence, pardon, permission
  • Cognates: γνώμη, συγγνώμη
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυγγνώμησυγγνῶμαι
GENσυγγνώμηςσυγγνωμῶν
DATσυγγνώμῃσυγγνώμαις
ACCσυγγνώμηνσυγγνώμας
VOCσυγγνώμησυγγνῶμαι
συγγνώμην
συγγνωμονεῖτε
συγγνωμονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to excuse, pardon, make allowances for, bear with, deal leniently with
  • Concord: 4Macc 5:13; Tra 5:1
  • Forms:
    • συγγνωμονεῖτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • συγγνωμονήσειεν Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
συγγνωμονήσειεν
συγγνώσεται
συγγνωστοί
συγγνωστός
σύγγνωτε
σύγγραμμα
Neuter
 SingularPlural
NOMσύγγραμμασυγγράμματα
GENσυγγράμματοςσυγγραμμάτων
DATσυγγράμματισυγγράμμασι(ν)
ACCσύγγραμμασυγγράμματα
συγγράμμασιν
συγγράμματα
συγγραμμάτων
συγγραφαί
συγγραφαῖς
συγγραφεῖ
συγγραφεύς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: author, historian, compiler, someone who collects and writes down historic facts
  • Forms:
    • συγγραφεῖ Noun: Dat Sing Masc
συγγραφή
συγγραφήν
συγγράφω
συγγράψαι
συγγραψάμενος
συγγυμνασία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: common exercise, shared experience, shared training, act of gaining more experience of
  • Cognates: γυμνασία, συγγυμνασία
  • Forms:
    • συγγυμνασίᾳ Noun: Dat Sing Fem
συγγυμνασίᾳ