συγγελάσῃς
συγγελάω
  • Meaning: to laugh with, join in laughter
  • Forms:
    • συγγελάσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
συγγενεῖ
συγγένεια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: relationship, relatives, kindred, clan, group of people bound by family ties
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυγγένειασυγγένειαι
GENσυγγενείαςσυγγενειῶν
DATσυγγενείᾳσυγγενείαις
ACCσυγγένειανσυγγενείας
συγγενείᾳ
συγγένειαι
συγγένειαν
συγγενείας
συγγενεῖς
συγγενειῶν
συγγενέσθαι
συγγενέσι(ν)
συγγενεύς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: kinsman
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυγγενεύςσυγγενεῖς
GENσυγγενέωςσυγγενέων
DATσυγγενεῖσυγγενεῦσι(ν)
ACCσυγγενέασυγγενέας
συγγενεῦσιν
συγγενῆ
συγγενής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • related, inherited, inborn
      • of the same kin
    • Substantival:
      • a blood relative, cousin, kinsman, close relative, a countryman
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMσυγγενήςσυγγενές
GENσυγγενοῦς
DATσυγγενεῖ
ACCσυγγενῆσυγγενές
Plural
 MascFemNeut
NOMσυγγενεῖςσυγγενῆ
GENσυγγενῶν
DATσυγγενέσι(ν)
ACCσυγγενεῖςσυγγενῆ
συγγενικόν
συγγενικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: related, kindred, of the same kind
  • Forms:
    • συγγενικόν Adj: Acc Sing Masc
συγγενίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: female relative, kinswoman
συγγενοῦς
συγγενώμεθα
συγγενῶν
συγγηράω
  • Meaning: to grow old together with
συγγίνομαι
  • Meaning:
    • to have sexual intercourse with (someone)
    • to be sexual with
    • to be intimate, have sexual relations with
    • to know together
    • to be with (someone)
  • Forms:
    • συγγενέσθαι Verb: 2Aor Mid Infin
    • συγγενώμεθα Verb: 2Aor Mid Subj 1st Plur
    • συγγινομένους Part: Pres Mid/Pass Acc Plur Masc
συγγινομένους
συγγινώσκω
  • Meaning:
    • to think with
    • to become aware of a fact
    • to agree with
    • to have same opinion
    • to be conscious that
    • to know that
    • to forgive, excuse
    • to judge leniently
  • Forms:
    • σύγγνωτε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • συγγνούς Part: Aor Act Nom Sing Masc
    • συγγνώσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
συγγνούς
συγγνώμη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: concession, lenient judgment, indulgence, pardon, permission
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυγγνώμησυγγνῶμαι
GENσυγγνώμηςσυγγνωμῶν
DATσυγγνώμῃσυγγνώμαις
ACCσυγγνώμηνσυγγνώμας
VOCσυγγνώμησυγγνῶμαι
συγγνώμην
συγγνωμονεῖτε
συγγνωμονέω
  • Meaning: to excuse, pardon, make allowances for, bear with, deal leniently with
  • Concord: 4Macc 5:13; Tra 5:1
  • Forms:
    • συγγνωμονεῖτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • συγγνωμονήσειεν Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
συγγνωμονήσειεν
συγγνώσεται
συγγνωστοί
συγγνωστός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: pardoned, pardonable, excused, allowable
  • Forms:
    • συγγνωστοί Adj: Nom Plur Masc
σύγγνωτε
σύγγραμμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: writing, written paper, book
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMσύγγραμμασυγγράμματα
GENσυγγράμματοςσυγγραμμάτων
DATσυγγράμματισυγγράμμασι(ν)
ACCσύγγραμμασυγγράμματα
συγγράμμασιν
συγγράμματα
συγγραμμάτων
συγγραφαί
συγγραφαῖς
συγγραφεῖ
συγγραφεύς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: author, historian, compiler, someone who collects and writes down historic facts
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυγγραφεύςσυγγραφεῖς
GENσυγγραφέωςσυγγραφέων
DATσυγγραφεῖσυγγραφεῦσι(ν)
ACCσυγγραφέασυγγραφέας
συγγραφή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a writing, something written, document, contract
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυγγραφήσυγγραφαί
GENσυγγραφῆςσυγγραφῶν
DATσυγγραφῇσυγγραφαῖς
ACCσυγγραφήνσυγγραφάς
VOCσυγγραφήσυγγραφαί
συγγραφήν
συγγράφω
  • Meaning: to write down (something), note down, compose in writing
  • Forms:
    • συγγράψαι Verb: Aor Act Infin
    • συγγραψάμενος Part: Aor Mid Nom Sing Masc
συγγράψαι
συγγραψάμενος
συγγυμνασία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: common exercise, shared experience, shared training, act of gaining more experience of
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυγγυμνασίασυγγυμνασίαι
GENσυγγυμνασίαςσυγγυμνασιῶν
DATσυγγυμνασίᾳσυγγυμνασίαις
ACCσυγγυμνασίανσυγγυμνασίας
VOCσυγγυμνασίασυγγυμνασίαι
συγγυμνασίᾳ