συγκλάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to sound together with
συγκλαίω
συγκλάσει
συγκλασμόν
συγκλασμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: breaking, breakage
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυγκλασμόςσυγκλασμοί
GENσυγκλασμοῦσυγκλασμῶν
DATσυγκλασμῷσυγκλασμοῖς
ACCσυγκλασμόνσυγκλασμούς
VOCσυγκλασμέσυγκλασμοί
συγκλάσω
συγκλάω
συγκλειομένας
συγκλειόμενοι
συγκλείοντα
συγκλείοντες
συγκλεῖσαι
συγκλείσαντες
συγκλείσεις
συγκλείσῃς
συγκλεισθέντος
συγκλεισθῆναι
συγκλεισθήσεται
συγκλεισθήσονται
σύγκλεισμα
Neuter
 SingularPlural
NOMσύγκλεισμασυγκλείσματα
GENσυγκλείσματοςσυγκλεισμάτων
DATσυγκλείσματισυγκλείσμασι(ν)
ACCσύγκλεισμασυγκλείσματα
συγκλείσματα
συγκλεισμόν
συγκλεισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • confinement, encirclement, enclosure
    • something that encloses
    • closed place, refuge, hiding place
    • something securely closed and locked
    • hole (of a snake)
    • siege, shutting up
    • state of being shut up
    • hardness (of the heart)
    • clashing together
    • massiveness (of gold)
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυγκλεισμόςσυγκλεισμοί
GENσυγκλεισμοῦσυγκλεισμῶν
DATσυγκλεισμῷσυγκλεισμοῖς
ACCσυγκλεισμόνσυγκλεισμούς
VOCσυγκλεισμέσυγκλεισμοί
συγκλεισμοῦ
συγκλεισμῷ
συγκλεισμῶν
σύγκλεισον
συγκλείσουσι
συγκλειστά
συγκλειστής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: locksmith
συγκλειστόν
συγκλειστός
συγκλείω
  • Present
  • συγκεκλεῖσθαι Verb: Pres Pass Infin
  • συγκλειομένας Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Plur Fem
  • συγκλειόμενοι Verb: Pres Pass Part Nom Plur Masc
  • συγκλείοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
  • συγκλείων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • συγκλείοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • Imperfect
  • Future
  • συγκλείσουσι Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • συγκλείσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • συγκλεισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • συγκλεισθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • συγκλεῖσαι Verb: Aor Act Infin
  • συγκλείσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
  • συγκλείσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
  • σύγκλεισον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • συγκλεισθέντος Verb: Aor Pass Part Gen Sing Masc
  • συγκλεισθῆναι Verb: Aor Pass Infin
  • συνέκλεισαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • συνέκλεισας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • συνέκλεισε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνέκλεισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνεκλείσθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
  • Perfect
  • συγκέκλεικεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • συγκεκλεικότας Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
  • συγκεκλεισμένα Verb: Perf Mid Part Acc Plur Neut
  • συγκεκλεισμένη Verb: Perf Mid Part Nom Sing Fem
  • συγκεκλεισμένοι Verb: Perf Pass Part Nom Plur Masc
  • συγκεκλεισμένῳ Verb: Perf Mid Part Dat Sing Neut
συγκλείων
συγκληρονόμα
συγκληρονομέω
συγκληρονομήσῃς
συγκληρονόμοι
συγκληρονόμοις
συγκληρονόμον
συγκληρονόμος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • inheriting together
    • Substantival:
      • joint heir, a co-heir, fellow-heir
  • Cognates: κληρονόμος
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMσυγκληρονόμοςσυγκληρονόμον
GENσυγκληρονόμου
DATσυγκληρονόμῳ
ACCσυγκληρονόμον
Plural
 MascFemNeut
NOMσυγκληρονόμοισυγκληρονόμα
GENσυγκληρονόμων
DATσυγκληρονόμοις
ACCσυγκληρονόμουςσυγκληρονόμα
συγκληρονόμων
σύγκλητοι
σύγκλητος
συγκλύζω
συγκλύσουσιν
  • Parse: Verb: Fut Act Ind 3rd Plur (Cant. 8:7; Wis. 5:22)
  • Root: συγκλύζω