συγκραθῆναι
σύγκρασιν
σύγκρασις
Feminine
 SingularPlural
NOMσύγκρασιςσυγκράσεις
GENσυγκράσεωςσυγκράσεων
DATσυγκράσεισυγκράσεσι(ν)
ACCσύγκρασι(ν)συγκράσεις
συγκρατέω
συγκρατηθῇ
συγκρατήσουσιν
  • Parse:
    • Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • Verb: Fut Act Part Dat Plur Masc/Neut
  • Root: συγκρατέω
συγκρατοῦντες
συγκριθῶμεν
σύγκριμα
Neuter
 SingularPlural
NOMσύγκριμασυγκρίματα
GENσυγκρίματοςσυγκριμάτων
DATσυγκρίματισυγκρίμασι(ν)
ACCσύγκριμασυγκρίματα
συγκρίματα
συγκρίματος
συγκρῖναι
συγκρινόμενα
συγκρινομένη
συγκρίνοντες
συγκρίνω
  • Present
  • συγκρινόμενα Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Neut
  • συγκρινομένη Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Fem
  • συγκρίνοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • συγκρίνων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • Future
  • Aorist
  • συγκρῖναι Verb: 1Aor Act Infin
  • συγκριθῶμεν Verb: Aor Pass Subj 1st Plur
  • συνέκριναν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • συνέκρινε Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
  • συνέκρινεν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
συγκρίνων
συγκρίσει
σύγκρισιν
σύγκρισις
Feminine
 SingularPlural
NOMσύγκρισιςσυγκρίσεις
GENσυγκρίσεωςσυγκρίσεων
DATσυγκρίσεισυγκρίσεσι(ν)
ACCσύγκρισι(ν)συγκρίσεις
συγκροτέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to clap (hands)
      • to strike together
    • Middle:
      • to knock together (esp. of trembling knees)
  • Cognates: ἐπικροτέω, κατακροτέω, κροτέω, συγκροτέω
  • Forms:
    • συνεκρότησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεκρότησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεκροτοῦντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
συγκρουσμός
Masculine
 SingularPlural
NOMσυγκρουσμόςσυγκρουσμοί
GENσυγκρουσμοῦσυγκρουσμῶν
DATσυγκρουσμῷσυγκρουσμοῖς
ACCσυγκρουσμόνσυγκρουσμούς
VOCσυγκρουσμέσυγκρουσμοί
συγκρουσμοῦ
συγκρύπτω
συγκρύφω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to conceal, hide
  • Forms:
    • συγκρύφων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
συγκρύφων