προσεάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to permit further progress, allow to go farther
  • Forms:
    • προσεῶντος Part: Pres Act Gen Sing Masc/Neut
προσέβαλε(ν)
προσέβαλλον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσβάλλω
προσέβαλον
προσέβη
προσέβην
προσεγγιεῖ
προσεγγίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to approach, come near, bring near, draw near
    • to cause to move near to
  • Cognates: ἐγγίζω, προσεγγίζω, συνεγγίζω
  • Forms:
    • προσεγγιεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • προσεγγίσαι Verb: Aor Act Infin
    • προσεγγίσας Part: Aor Act Nom Sing Masc
    • προσεγγίσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • προσεγγίζων Part: Pres Act Nom Sing Masc
    • προσήγγισε(ν) Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
    • προσήγγιζον
      • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
      • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
    • προσήγγισαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
προσεγγίζων
προσεγγίσαι
προσεγγίσας
προσεγγίσητε
προσεδεήθη
προσεδέξαντο
προσεδέξασθε
προσεδέξατο
προσεδέχετο
προσεδέχθη
προσεδεχόμην
προσεδέχοντο
προσέδησαν
προσεδίδου
προσεδόκα
προσεδοκᾶτο
προσεδόκησε(ν)
προσεδοκῶμεν
προσεδόκων
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσδοκάω
προσέδραμε(ν)
προσεδρεία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Concord: 3Macc 4:15
  • Meaning: close attention, diligence, assiduity
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπροσεδρείαπροσεδρεῖαι
GENπροσεδρείαςπροσεδρειῶν
DATπροσεδρείᾳπροσεδρείαις
ACCπροσεδρείανπροσεδρείας
VOCπροσεδρείαπροσεδρεῖαι
προσεδρείας
προσεδρεύοντες
προσεδρεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to insist
    • to badger someone
    • to press sore upon
    • to attend (to needs), serve, wait upon
  • Cognates: ἐνεδρεύω, παρεδρεύω, προσεδρεύω, συνεδρεύω
  • Forms:
    • παρεδρεύοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
    • προσεδρεύοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
    • προσήδρευε(ν) Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
προσεδρία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: assiduously
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπροσεδρίαπροσεδρίαι
GENπροσεδρίαςπροσεδριῶν
DATπροσεδρίᾳπροσεδρίαις
ACCπροσεδρίανπροσεδρίας
VOCπροσεδρίαπροσεδρίαι
προσέδωκε(ν)
προσέθεντο
προσέθετο
προσέθηκα
προσέθηκαν
προσέθηκας
προσέθηκε
προσέθηκε(ν)
προσέθλιψε(ν)
προσεῖδον
προσείληφεν
προσειληφότας
πρόσειμι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: (based on εἰμί and infinitive: εἶναι)
    • to belong to, be present (with someone)
    • to be an attribute of someone
  • ----------
  • Meaning: (based on εἶμι and infinitive ἰέναι)
    • to go up to (someone)
    • to approach, come forward
  • Forms:
    • πρόσεστι Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • προσιόντα Part: Pres Act Acc Sing Masc
    • προσιόντας Part: Pres Act Acc Plur Masc
    • προσιόντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
προσεῖπας
προσεῖπε(ν)
προσεῖπον
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
  • Meaning:
    • to speak to (someone), address, accost
    • to refer to
  • Forms:
    • προσειπόντα Part: Aor Act Acc Sing Masc
    • προσεῖπας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • προσεῖπε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
προσειπόντα
προσειργάσατο
προσείχετε
προσεῖχον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσέχω
προσεκαλέσαντο
προσεκαλέσατο
προσεκαλούμην
προσεκαλοῦντο
προσεκαρτέρουν
προσεκβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to cast out besides
προσεκέκλιτο
προσεκκαίω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to ignite (a fire against), set fire to besides, ignite further
  • Forms:
    • προσεξέκαυσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
προσεκλήθη
προσεκλήθησαν
προσεκληρώθησαν
προσεκλίθη
προσεκλίθητε
προσεκολλήθη
προσεκολλήθησαν
προσέκοπτε(ν)
προσέκοψαν
προσέκοψε(ν)
προσέκρουε(ν)
προσεκύλισε
προσεκύλισε(ν)
προσεκύνει
προσεκύνησα
προσεκύνησαν
προσεκύνησε
προσεκύνησε(ν)
προσεκύνουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσκυνέω
προσελάβετο
προσελάβοντο
προσελάβου
προσελεύσεται
προσελεύσῃ
προσελεύσονται
προσεληλύθατε
προσέλθατε
πρόσελθε
προσελθεῖν
προσέλθετε
προσέλθῃ
προσέλθῃς
προσέλθητε
προσελθόντα
προσελθόντες
προσελθόντι
προσελθόντος
προσελθόντων
προσελθοῦσα
προσελθοῦσαι
προσέλθωμεν
προσελθών
προσέλθωσιν
προσελογίσθην
προσελογίσθης
προσεμβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to throw into besides, put into besides
προσεμβριμάομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to threaten besides
    • to express indignant displeasure orally in addition
    • to continue to be indignant
    • to scream to prove oneself right
    • to scream to prove oneself the victim
  • Cognates: βριμάομαι, ἐμβριμάοmαι, προσεμβριμάομαι
  • Forms:
    • προσενεβριμήσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
προσεμειδίασε(ν)
προσέμειναν
προσέμεινε(ν)
προσεμπίμπρημι
προσεμπρήσῃ
προσενεβριμήσατο
προσενέγκαι
προσενεγκάμενοι
προσενεγκάμενος
προσενέγκαντες
προσενέγκας
προσενέγκασθαι
προσενέγκατε
προσένεγκε
προσενεγκεῖν
προσενέγκῃ
προσενέγκῃς
προσενέγκητε
προσένεγκον
προσενεγκόντας
προσενέγκωσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Root: προσφέρω
προσενέχεσθαι
προσενεχθείς
προσενεχθέντος
προσενεχθῆναι
προσενέχομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning: to be held by, in the grip of, be involved in, be wrapped up in
  • Forms:
    • προσενέχεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
προσενηνόχαμεν
προσενήνοχε
προσενήνοχεν
προσενόησα
προσενόησε(ν)
προσενόουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσνοέω
προσέξει
προσεξέκαυσαν
προσεξηγέομαι
προσεξηγησάμενος
προσέξουσι(ν)
προσέπαισα
προσέπασε(ν)
προσεπεμβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to put on, throw down upon
  • Note: Like ἐπεμβάλλω
προσέπεσαν
προσέπεσε
προσέπεσε(ν)
προσέπεσον
προσεπετίμησαν
προσεπιβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to throw upon besides
προσεπικατατείνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to strain besides, strain still more
    • to tighten (ropes, torture wheel)
  • Forms:
    • προσεπικατέτεινον
      • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
      • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
προσεπικατέτεινον
προσέπιπτε(ν)
προσέπιπτον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσπίπτω
προσεπιτιμάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to reproach besides, criticize further, rebuke besides, censure even more
  • Forms:
    • προσεπετίμησαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
προσεποιεῖτο
προσεποιήσαντο
προσεποιήσατο
προσεπύρωσαν
προσεργάζομαι
προσέρηξε
προσέρηξε(ν)
προσέρρανε(ν)
προσέρρηξε
προσέρρηξε(ν)
προσερυθριάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to blush, be abashed, flush (in the face), colour up, redden against
  • Cognates: ἐρυθριάω
  • Forms:
    • προσηρυθρίων
      • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
      • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
προσέρχεσθαι
προσέρχεται
προσέρχῃ
προσέρχομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to come or go toward, advance
    • to approach, go over to
    • to arrive
    • to apply oneself to
  • Forms:
  • Present
  • προσερχομένοις Part: Pres Mid/Pass Dat Plur Masc/Neut
  • προσέρχεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
  • προσέρχεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • προσέρχῃ Verb: Pres Mid/Pass Subj 2nd Sing
  • προσερχόμενοι Part: Pres Mid/Pass Nom Plur Masc
  • προσερχόμενον Part: Pres Mid/Pass Acc Sing Masc
  • προσερχομένου Part: Pres Mid/Pass Gen Sing Masc/Neut
  • προσερχομένους Part: Pres Mid/Pass Acc Plur Masc
  • προσέρχονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • προσερχώμεθα Verb: Pres Mid/Pass Subj 1st Plur
  • Imperfect
  • προσήρχοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • Future
  • προσελεύσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • προσελεύσῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • προσελεύσονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • προσελθόντα
    • Part: Aor Act Acc Sing Masc
    • Part: Aor Act Nom/Acc Plur Neut
  • προσέλθατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • πρόσελθε Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
  • προσελθεῖν Verb: Aor Act Infin
  • προσέλθετε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • προσέλθῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • προσέλθῃς Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • προσέλθητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
  • προσελθόντες Part: 2Aor Act Nom Plur Masc
  • προσελθόντι Part: Aor Act Dat Sing Masc
  • προσελθόντος Part: Aor Act Gen Sing Masc/Neut
  • προσελθόντων Part: 2Aor Act Gen Plur Masc
  • προσελθοῦσα Part: 2Aor Act Nom Sing Fem
  • προσελθοῦσαι Part: 2Aor Act Nom Plur Fem
  • προσέλθωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
  • προσελθών Part: 2Aor Act Nom Sing Masc
  • προσῆλθαν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • προσήλθατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • προσῆλθε(ν) Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • προσῆλθες Verb: 2Aor Act Ind 2nd Sing
  • προσήλθετε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
  • προσήλθομεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
  • προσῆλθον Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • προσήλθοσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • προσέλθωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Perfect
  • προσεληλύθατε Verb: 2nd Perfect Act Ind 2nd Plur
προσερχόμενοι
προσερχομένοις
προσερχόμενον
προσερχομένου
προσερχομένους
προσέρχονται
προσερχώμεθα
προσεσημαμμένων
πρόσεστι
προσέσχε(ν)
προσέσχες
προσέσχετε
προσέσχηκε
προσέσχηκεν
προσέσχον
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσέχω
προσετάγη
προσετέθη
προσετέθην
προσετέθης
προσετέθησαν
προσέταξα
προσέταξαν
προσέταξας
προσέταξε
προσέταξε(ν)
προσέτι
  • Parse: Adverb
  • Meaning: over and above, moreover, besides, still more, more than that
προσετίθει
προσετίθεντο
προσευχαί
προσευχαῖς
προσευχάς
προσεύχεσθαι
προσεύχεσθε
προσευχέσθω
προσεύχεται
προσευχή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • prayer, vow
    • place for prayer, chapel
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπροσευχήπροσευχαί
GENπροσευχῆςπροσευχῶν
DATπροσευχῇπροσευχαῖς
ACCπροσευχήνπροσευχάς
VOCπροσευχήπροσευχαί
προσευχῇ
προσεύχῃ
προσευχήν
προσευχῆς
προσεύχησθε
προσεύχομαι
  • Present
  • προσεύχῃ Verb: Pres Mid/Pass Subj 2nd Sing
  • προσεύχεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
  • προσεύχεσθε Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Plur
  • προσευχέσθω Verb: Pres Mid/Pass Imperative 3rd Sing
  • προσεύχεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • προσεύχησθε Verb: Pres Mid/Pass Subj 2nd Plur
  • προσευχόμενον
    • Part: Pres Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
    • Part: Pres Mid/Pass Acc Sing Masc
  • προσευχόμενος Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Masc
  • προσευχομένου Part: Pres Mid/Pass Gen Sing Masc
  • προσευχόμεθα Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Plur
  • προσεύχονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • προσεύχου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
  • προσεύχωμαι Verb: Pres Mid/Pass Subj 1st Sing
  • προσεύχωνται Verb: Pres Mid/Pass Subj 3rd Plur
  • προσευχομένη Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Fem
  • προσευχόμενοι Part: Pres Mid/Pass Nom Plur Masc
  • προσευχῇ Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
  • Imperfect
  • προσευχόμην Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 1st Sing
  • προσηυχετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • προσηύχοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • προσηυχόμην Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Future
  • προσεύξεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • προσεύξομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
  • προσευξόμεθα Verb: Fut Mid Ind 1st Plur
  • προσεύξῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • προσεύξονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • πρόσευξαι Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
  • προσευξάμενοι Part: Aor Mid Nom Plur Masc
  • προσευξάμενος Part: Aor Mid Nom Sing Masc
  • προσευξάμην Verb: Aor Mid Ind 1st Sing
  • προσεύξασθαι Verb: Aor Mid/Pass Infin
  • προσεύξωμαι Verb: Aor Mid Subj 1st Sing
  • προσευξώμεθα Verb: Aor Mid Subj 1st Plur
  • προσεύξωνται Verb: Aor Mid Subj 3rd Plur
  • προσηυξάμεθα Verb: Aor Mid Ind 1st Plur
  • προσηυξάμην Verb: Aor Mid Ind 1st Sing
  • προσηύξαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
  • προσηύξατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
  • προσηύξω Verb: Aor Mid Ind 2nd Sing
  • προσεύξασθε Verb: Aor Mid Ind 2nd Plur
  • προσευξάσθωσαν Verb: Aor Mid Imperative 3rd Plur
  • προσεύξατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
  • προσευξαμένου Part: Aor Mid Gen Sing Masc
  • προσεύξηται Verb: Aor Mid Subj 3rd Sing
  • προσεύξῃ Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
  • Perfect
προσευχομένη
προσευχόμενοι
προσευχόμενον
προσευχόμενος
προσευχομένου
προσευχόμεθα
προσευχόμην
προσεύχονται
προσεύχου
προσεύχωμαι
προσευχῶν
προσεύχωνται
προσεφάνησαν
προσέφερε(ν)
προσέφερον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσφέρω
προσέφυγον
προσεφώνει
προσεφώνησε
προσεφώνησε(ν)
πρόσευξαι
προσευξάμενοι
προσευξάμενος
προσευξαμένου
προσευξάμην
προσεύξασθαι
προσεύξασθε
προσευξάσθωσαν
προσεύξατο
προσεύξεται
προσεύξῃ
προσεύξηται
προσεύξομαι
προσευξόμεθα
προσεύξονται
προσεύξωμαι
προσευξώμεθα
προσεύξωνται
προσέχαιρε(ν)
πρόσεχε
προσέχεαν
προσέχεε(ν)
προσέχει
προσέχειν
προσέχεις
προσέχεον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσχέω
προσέχετε
προσεχέτω
προσεχέτωσαν
προσέχητε
προσέχον
προσέχοντα
  • Parse:
    • Part: Pres Act Nom/Acc Plur Neut
    • Part: Pres Act Acc Sing Masc
  • Root: προσέχω
προσέχοντας
προσέχοντες
προσέχοντος
προσεχόντως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: attentively, carefully, cautiously, heedfully
προσέχουσι
προσέχω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to give thought to, responds to
      • to be on guard
      • to turn something toward someone or something attentively
      • to turn one's mind to
      • to be attentive toward
      • to pay attention, give heed to, follow
      • to comply
      • to pay attention, be alert, notice
      • to be concerned about, care for
      • to take care and ensure
      • to be occupied with, devoted to
    • Middle:
      • to cling to
  • Forms:
  • Present
  • προσέχουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • προσέχωμεν Verb: Pres Act Subj 1st Plur
  • πρόσεχε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
  • προσέχει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • προσέχεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
  • προσέχετε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
  • προσεχέτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
  • προσεχέτωσαν Verb: Pres Act Imperative 3rd Plur
  • προσέχητε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
  • προσέχον Part: Pres Act Nom/Acc Sing Neut
  • προσέχοντα Part: Pres Act Nom/Acc Plur Neut
  • προσέχοντας Part: Pres Act Acc Plur Masc
  • προσέχοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • προσέχοντος Part: Pres Act Gen Sing Masc/Neut
  • προσέχων Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • προσέχειν Verb: Pres Act Infin
  • Imperfect
  • προσείχετε Verb: Imperfect Act Ind 2nd Plur
  • προσεῖχον
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • προσέξει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • προσέξουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • προσέσχε(ν) Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • προσέσχες Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • προσέσχον Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • πρόσχες Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • προσχῇς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
  • προσέσχετε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
  • Perfect
  • προσέσχηκε Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • προσέσχηκεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
προσέχωμεν
προσέχων
προσεχώρησαν
προσεχωρήσατε
προσεῶντος
προσέῳξε(ν)