πρόσπαιζε
προσπαίζουσιν
προσπαίζω
προσπαίω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to strike, beat against (something, someone)
  • Cognates: παίω
  • Forms:
    • προσέπαισα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
προσπαρακαλέσαντες
προσπαρακαλέω
προσπάσσω
πρόσπεινος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: hungry, very hungry
προσπεσεῖν
προσπέσῃ
προσπέσῃς
προσπεσόν
top
προσπεσόντες
προσπεσόντος
προσπεσόντων
προσπεσοῦσα
προσπέσωμεν
προσπέφευγα
προσπεφευγόντας
προσπεφευγότας
προσπήγνυμι
προσπήξαντες
πρόσπιπτε
προσπίπτοντα
προσπίπτοντες
προσπίπτω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to fall toward, fall at the feet of (someone), supplicate
    • to fall upon, strike against, assault, embrace, encounter
    • to fall upon (one's neck), embrace
    • to arrive
    • to occur, happen, come suddenly
    • to have been done
  • Cognates: ἀναπίπτω, ἀντιπίπτω, ἀποπίπτω, διαπίπτω, ἐκπίπτω, ἐμπίπτω, ἐπιπίπτω, καταπίπτω, μεταπίπτω, παραπίπτω, παρεμπίπτω, περιπίπτω, πίπτω, προπίπτω, προσπίπτω, συμπίπτω, ὑποπίπτω
  • Forms:
    • προσπέσῃ
      • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
      • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
    • προσέπεσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • προσέπεσε Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
    • προσέπεσεν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
    • προσέπεσον Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
    • προσέπιπτε Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • προσέπιπτεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • προσέπιπτον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • προσπεσεῖν Verb: Aor Act Infin
    • προσπέσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • προσπεσόν Verb: Fut Act Part Nom Sing Neut
    • προσπεσόντες Verb: Fut Act Part Nom Plur Masc
    • προσπεσόντος Verb: Aor Act Part Gen Sing Neut
    • προσπεσόντων Verb: Aor Act Part Gen Plur Masc
    • προσπεσοῦσα Verb: 2Aor Act Part Nom Sing Fem
    • προσπέσωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
    • πρόσπιπτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • προσπίπτοντα Verb: Pres Act Part Acc Plur Neut
top
προσπίτνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to fall down, fall upon
  • Forms:
    • προσπίπτοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
προσποιεῖ
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • Root: προσποιέω
προσποιέομαι
προσποιέω
προσποιούμενος
προσποιῶν
προσπορεύεσθαι
προσπορεύεσθε
προσπορευέσθωσαν
προσπορεύεται
προσπορεύῃ
προσπορεύομαι
top
προσπορευομένοις
προσπορευόμενον
προσπορευόμενος
προσπορευομένων
προσπορεύονται
προσπορεύωνται
προσπυρόω