προσυγκολλάω
προσυνεσταλμένην
προσυπομιμνήσκω
προσυπομνήσας
προσυστέλλομαι
προσυστέλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be reduced to a former state
    • to be drawn up beforehand
    • to restrict previously
  • Forms:
    • προσυνεσταλμένην Verb: Aor Mid Part Acc Sing Fem
    • προσυστέλλομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
προσυψόω
προσυψῶσαι