προσήγαγε(ν)
προσηγάγετε
προσηγάγετο
προσηγαγόμην
προσήγαγον
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσάγω
προσήγγειλαν
προσήγγειλε(ν)
προσήγγιζον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσεγγίζω
προσήγγισαν
προσήγγισε(ν)
προσῆγε(ν)
προσήγετο
προσῆγον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσάγω
προσήγοντο
προσηγορεύθη
προσηγόρευνται
προσηγόρευσαν
προσηγόρευσε, προσηγόρευσεν
προσήδρευε(ν)
προσήκει
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
  • Root: προσήκω
προσήκειν
προσῆκον
προσήκοντας
προσηκόντων
  • Parse:
    • Part: Pres Act Gen Plur Masc/Neut
    • Verb: Pres Act Imperative 3rd Plur
  • Root: προσήκω
προσηκόντως
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • properly, suitably, fitly, duly
    • as it should happen
προσήκουσαι
προσήκουσιν
  • Parse:
    • Part: Pres Act Dat Plur Masc/Neut
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • Root: προσήκω
προσήκω
  • Meaning:
    • to belong to, be at hand
    • to come to, approach
    • to be fitting, suitable, proper, be one's duty
  • Forms:
    • προσήκουσαι Part: Pres Act Nom Plur Fem
    • προσήξεις Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • προσήξεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • προσήκειν Verb: Pres Act Infin
    • προσῆκον Part: Pres Act Nom/Acc Sing Neut
προσῆλθαν
προσήλθατε
προσῆλθε(ν)
προσῆλθες
προσήλθετε
προσήλθομεν
προσῆλθον
προσήλθοσαν
προσηλοῦν
προσηλόω
  • Meaning:
    • Active:
      • to nail (something) to, pin to, peg to, i.e., spike securely
      • to secure (something) with (a nail)
    • Passive:
      • to be fastened
  • Forms:
    • προσηλοῦν Part: Pres Act Nom/Acc Sing Neut
    • προσηλωμένοι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Masc
    • προσηλώσας Part: Aor Act Nom Sing Masc
προσηλυτευόντων
προσηλυτεύω
  • Meaning: to live in a place as a stranger, live as an immigrant
  • Forms:
    • προσηλυτευόντων Part: Pres Act Gen Plur Masc
προσήλυτοι
προσηλύτοις
προσήλυτον
προσήλυτος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • an immigrant
    • resident alien, stranger
    • foreign resident
    • proselyte, a convert to Judaism
    • a guest or visitor from a foreign region
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMπροσήλυτοςπροσήλυτοι
GENπροσηλύτουπροσηλύτων
DATπροσηλύτῳπροσηλύτοις
ACCπροσήλυτονπροσηλύτους
VOCπροσήλυτεπροσήλυτοι
προσηλύτου
προσηλύτους
προσηλύτῳ
προσηλύτων
προσηλωμένοι
προσηλώσας
προσημαινομένου
προσημαίνω
  • Meaning:
    • Active:
      • to announce before
      • to pre-signify, foretell
      • to mention previously
    • Passive:
      • to designate previously
      • to be announced
      • to be mentioned beforehand, be previously mentioned
  • Forms:
    • προσημαινομένου Part: Pres Mid/Pass Gen Sing Masc
    • προσημανθεῖσαν Part: Aor Pass Acc Sing Fem
προσημανθεῖσαν
προσημειουμένους
προσημειόω
  • Meaning:
    • Active:
      • to mark before
      • to signal imminent arrival of
    • Middle:
      • to forebode
      • to forecast
      • to presage
      • to indicate
  • Forms:
    • προσημειουμένους Part: Pres Mid/Pass Acc Plur Masc
προσήνεγκα
προσηνέγκαμεν
προσήνεγκαν
προσηνέγκαντο
προσηνέγκατε
προσηνέγκατο
προσήνεγκε(ν)
προσηνές
προσηνέχθη
προσηνέχθησαν
προσηνής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: agreeable, soft, gentle, kind, pleasant, suitable, soothing
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMπροσηνήςπροσηνές
GENπροσηνοῦς
DATπροσηνεῖ
ACCπροσηνῆπροσηνές
Plural
 MascFemNeut
NOMπροσηνεῖςπροσηνῆ
GENπροσηνῶν
DATπροσηνέσι(ν)
ACCπροσηνεῖςπροσηνῆ
προσηνῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: kindly, gently, lovingly
προσήξεις
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • Root: προσήκω
προσηξίωσαν
προσηργάσατο
προσηρτημένον
  • Parse:
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc
    • Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
  • Root: προσαρτάω
προσήρτηται
προσηρυθρίων
προσήρχοντο
προσηυξάμεθα
προσηυξάμην
προσηύξαντο
προσηύξατο
προσηύξω
προσηυχετο
προσηυχόμην
προσηύχοντο
προσήχθη