προσχαίρω
προσχεεῖ
προσχέειν
προσχεεῖς
προσχέοντι
προσχεοῦσι(ν)
πρόσχες
προσχέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to pour to, pour on, pour out
    • to construct (a mound) by pouring out soil
  • Forms:
    • προσχεεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • προσχέειν Verb: Pres Act Infin
    • προσχεεῖς Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • προσχεοῦσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • προσέχεαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • προσέχεε(ν) Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
    • προσέχεον
      • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
      • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
προσχῇς, πρόσχῃς
προσχράω
προσχρησάμενοι
πρόσχυσιν
πρόσχυσις
Feminine
 SingularPlural
NOMπρόσχυσιςπροσχύσεις
GENπροσχύσεωςπροσχύσεων
DATπροσχύσειπροσχύσεσι(ν)
ACCπρόσχυσι(ν)προσχύσεις
πρόσχωμα
προσχωρέω
προσχωρῆσαι