ἑλιγήσεται
ἕλιγμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: package, roll, curl, lock
ἐλιθάσθην
ἐλιθάσθησαν
ἐλιθοβόλησαν
ἐλιθοβόλουν
ἕλικι
ἐλίκμησα
ἑλικτά
ἑλικτή
ἑλικτός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • curved, twisted, wreathed, rolled, winding
    • rolled (bread)
    • winding (staircase)
  • Forms:
    • ἑλικτά Adj: Acc Plur Neut
    • ἑλικτή Adj: Nom Sing Fem
ἐλιμαγχόνησεν
top
ἕλιξ
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • tendril of a vine
    • vine branch
    • fetter
  • Forms:
    • ἕλικι Noun: Dat Sing Fem
ἑλίξεις
ἐλίπανας
ἐλίπανεν
ἐλιπάνθη
ἐλιπάνθησαν
ἔλιπεν
  • Parse: Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Root: λείπω
ἔλιπον
  • Parse: Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: λείπω
ἑλισσόμενον
ἑλίσσω
ἐλιτάνευον
ἑλιχθείη