συσσείονται
συσσείοντος
συσσείσει
συσσεισμόν
συσσεισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • commotion of earth or air
    • rustling of wind (in the trees)
    • earthquake, hurricane
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυσσεισμόςσυσσεισμοί
GENσυσσεισμοῦσυσσεισμῶν
DATσυσσεισμῷσυσσεισμοῖς
ACCσυσσεισμόνσυσσεισμούς
VOCσυσσεισμέσυσσεισμοί
συσσεισμοῦ
συσσεισμῷ
συσσείσω
συσσείω
σύσσημον
συσσύρω
συσσύρων
σύσσωμα
σύσσωμος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: of a joint body, of the same body
  • Forms:
    • σύσσωμα Adj: Acc Plur Neut