στῇ
στήθει
στήθεσιν
στηθέων
στήθη
στῆθι
στηθοδεσμίδα
στηθοδεσμίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: chestband, a girdle of the chest, brassiere (i.e., bra)
  • Forms:
    • στηθοδεσμίδα Noun: Acc Sing Fem
στῆθος
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: abdomen, chest, breast, belly
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMστῆθοςστήθη
GENστήθουςστηθέων
DATστήθειστήθεσι(ν)
ACCστῆθοςστήθη
στήθους
στηθύνια
στηθύνιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: breast
  • Note: Diminutive of στῆθος
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMστηθύνιονστηθύνια
GENστηθυνίουστηθυνίων
DATστηθυνίῳστηθυνίοις
ACCστηθύνιονστηθύνια
στηθυνίου
στήκει
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • Root: στήκω
στήκειν
στήκετε
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
  • Root: στήκω
στήκητε
  • Parse: Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
  • Root: στήκω
στήκοντες
  • Parse: Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • Root: στήκω
στήκω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to stand
    • to stand firm, be steadfast
  • Forms:
    • στήκειν Verb: Pres Act Infin
    • στήκει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • στήκετε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • στήκετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • στήκητε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
    • στήκοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
στῆλαι
στήλαις
στήλας
στήλη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: pillar, monument
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMστήληστῆλαι
GENστήληςστηλῶν
DATστήλῃστήλαις
ACCστήληνστήλας
στήλῃ
στήλην
στηλογραφία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • inscription (of a psalm), title
    • inscription on the surface of a pillar (στήλη)
    • a kind of psalm or song
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMστηλογραφίαστηλογραφίαι
GENστηλογραφίαςστηλογραφιῶν
DATστηλογραφίᾳστηλογραφίαις
ACCστηλογραφίανστηλογραφίας
VOCστηλογραφίαστηλογραφίαι
στηλογραφίαν
στηλόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to set up as a monument
      • to set up as a target
      • to erect, set up
    • Passive:
      • to take one's place
      • to stand
  • Forms:
    • ἐστηλώθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • ἐστηλωμένοι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Masc
    • ἐστηλωμένος Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Masc
    • ἐστήλωσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • ἐστήλωσε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • στηλώθητι Verb: Aor Pass Imperative 2nd Sing
    • στήλωσον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
στηλώθητι
  • Parse: Verb: Aor Pass Imperative 2nd Sing
  • Root: στηλόω
στήλωσον
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • Root: στηλόω
στήμονα
στήμονι
στήμονος
warp
στήμων
στήμων
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: the warp (in a loom), the stationary threads through which the woof (κρόκη) is passed
  • Cognates: ἐπιστήμων, στήμων
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMστήμωνστήμονες
GENστήμονοςστήμων
DATστήμονιστήμοσι(ν)
ACCστήμοναστήμονας
στῆναι
στῆρ
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: hardened fat, tallow
στήριγμα
Neuter
 SingularPlural
NOMστήριγμαστηρίγματα
GENστηρίγματοςστηριγμάτων
DATστηρίγματιστηρίγμασι(ν)
ACCστήριγμαστηρίγματα
στηρίγματος
στηριγμάτων
στηριγμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: firmness, stability, steadfastness
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMστηριγμόςστηριγμοί
GENστηριγμοῦστηριγμῶν
DATστηριγμῷστηριγμοῖς
ACCστηριγμόνστηριγμούς
VOCστηριγμέστηριγμοί
στηριγμοῦ
στηριεῖ
στηρίζει
στηρίζειν
στηρίζεται
στηρίζουσιν
στηρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to support (physically or morally)
      • to sustain someone (by making adequate provisions)
      • to secure in place
      • to strengthen
      • to place firmly and determinedly
      • to establish and mark firmly
      • to form a firm and enduring link with
      • to lean (something) upon (something)
      • to continue
      • to stand firm and hold on to one's course of action
    • Middle:
      • to establish
      • to seek support and rely on
    • Passive:
      • to be fixed
      • to be present
      • to be established, be well established
      • to be held up, be supported, steady
      • to stay upon
      • to be steadfast
      • to to confirm, establish, strengthen
  • Cognates: ἀντιστηρίζω, ἐγκαταστηρίζω, ἐπιστηρίζω, καταστηρίζω, στηρίζω, ὑποστηρίζω
  • Forms:
Present
  • στηρίζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • στηρίζειν Verb: Pres Act Infin
  • στηρίζεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • στηρίζουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • στηρίζων Part: Pres Act Nom Sing Masc
Imperfect
  • ἐστήριζον Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
  • ἐστήριζον Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • ἐστηρίζοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
Future
  • στηρίξει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • στηριεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • στηρίσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • στηρίσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • στηριχθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • στηριῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
Aorist
  • ἐστήριξα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
  • ἐστήριξε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐστήριξε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐστήρισα Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐστηρίσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
  • ἐστήρισε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐστηρίσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
  • ἐστηρίχθην Verb: Aor Pass Ind 1st Sing
  • στηρίξωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
  • στηρίξαι Verb: Aor Act Infin
  • στηρίξαι Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • στηρίξατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • στήριξον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • στηρίσαι Verb: Aor Act Infin
  • στηρίσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • στήρισον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • στηριχθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
  • στηριχθῆναι Verb: Aor Pass Infin
  • ἐστήρισε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
Perfect
  • ἐστηριγμένοι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Masc
  • ἐστηριγμένα Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Plur Neut
  • ἐστηριγμέναι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Fem
  • ἐστηριγμένη Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Fem
  • ἐστηριγμένος Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Masc
  • ἐστηριγμένους Part: Perf Mid/Pass Acc Plur Masc
  • ἐστήρικα Verb: Perf Act Ind 1st Sing
  • ἐστήρικται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • ἐστήρισαι Verb: Perf Mid/Pass Ind 2nd Sing
  • ἐστηρίσθαι Verb: Perf Mid/Pass Infin
  • ἐστηρισμένος Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Masc
  • ἐστήρισται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
στηρίζων
στηρίξαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: στηρίζω
στηρίξατε
στηρίξει
στήριξον
στηρίξωμεν
στηρίσαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: στηρίζω
στηρίσατε
στηρίσει
στήρισον
στηρίσουσι(ν)
στηριχθῇ
στηριχθῆναι
στηριχθήσεται
στηριῶ
στῇς
στήσαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: ἵστημι
στῆσαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: ἵστημι
στήσαντας
στήσαντες
στήσαντος
στήσας
στήσατε
στησάτωσαν
στήσει
στήσειν
στήσεις
στήσεσθε
στήσεται
στήσετε
στήσῃ
στήσῃς
στήσητε
στήσομαι
στήσομεν
στησόμεθα
στῆσον
στήσονται
στήσουσι(ν)
στήσω
στήσωμεν
στῆτε
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Subj 2nd Plur
    • Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Plur
  • Root: ἵστημι
στήτω
στήτωσαν