δέσει
δεσέρτωρ
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: deserter, military deserter
δέσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • chain
    • binding together, setting of stones, tying in bundles
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδέσιςδέσεις
GENδέσεωςδέσεων
DATδέσειδέσεσι(ν)
ACCδέσι(ν)δέσεις
δεσμά
δέσμας
δεσμεύειν
δεσμεύεις
δεσμεύοντας
δεσμεύοντες
δεσμεύουσι(ν)
δεσμεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to bind, enchain
    • to bandage (a wound), dress a wound
    • to tie up (in a bundle), secure a load (e.g., on a donkey)
  • Cognates: ἀποδεσμεύω, καταδεσμεύω
  • Forms:
    • δεσμεύειν Verb: Pres Act Infin
    • δεσμεύεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • δεσμεύοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • δεσμεύοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • δεσμεύουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • δεσμεύουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • δεσμεύων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • ἐδεσμεύετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • ἐδέσμευον Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing; Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
δεσμεύων
δεσμέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to bind, tie up
  • Note: alternate form ofδεσμεύω
  • Forms:
    • ἐδεσμεῖτο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
δέσμη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: bundle, package
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδέσμηδέσμαι
GENδέσμηςδεσμῶν
DATδέσμῃδέσμαις
ACCδέσμηνδέσμας
VOCδέσμηδέσμαι
δέσμην
δέσμιαι
δέσμιοι
δεσμίοις
δέσμιον
δέσμιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • Adjectival: binding, captive
    • Substantival:prisoner, a bound captive
    • one who is deprived of freedom of movement
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMδέσμιοςδέσμιον
GENδεσμίου
DATδεσμίῳ
ACCδέσμιον
Plural
 MascFemNeut
NOMδέσμιοιδέσμιαιδέσμια
GENδεσμίων
DATδεσμίοις
ACCδεσμίουςδέσμια
δεσμίους
δεσμίων
δεσμοί
δεσμοῖς
δεσμόν
δεσμός
 MasculineNeuter
 SingularPlural
Masc
Plural
Neut
NOMδεσμόςδεσμοίδεσμά
GENδεσμοῦδεσμῶν
DATδεσμῷδεσμοῖς
ACCδεσμόνδεσμούςδεσμά
δεσμοῦ
δεσμούς
δεσμοφύλακι
δεσμοφύλαξ
Masculine
 SingularPlural
NOMδεσμοφύλαξδεσμοφύλακες
GENδεσμοφύλακοςδεσμοφυλάκων
DATδεσμοφύλακιδεσμοφύλαξι
ACCδεσμοφύλακαδεσμοφύλακας
VOCδεσμοφύλαξδεσμοφύλακες
δεσμῷ
δεσμῶν
δεσμῶται
δεσμώτας
δεσμωτήριον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: prison, jail, dungeon
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMδεσμωτήριονδεσμωτήρια
GENδεσμωτηρίουδεσμωτηρίων
DATδεσμωτηρίῳδεσμωτηρίοις
ACCδεσμωτήριονδεσμωτήρια
δεσμωτηρίου
δεσμωτηρίῳ
δεσμώτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: prisoner, captive, someone incarcerated
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMδεσμώτηςδεσμῶται
GENδεσμώτουδεσμωτῶν
DATδεσμώτῃδεσμώταις
ACCδεσμώτηνδεσμώτας
δεσμώτου
δεσπόζει
δεσπόζειν
δεσπόζεις
δεσπόζῃ
δεσπόζοντα
δεσπόζοντι
δεσπόζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be lord, be master, rule
    • to have absolute authority and control over
  • Forms:
    • δεσπόσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • δεσπόζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • δεσπόζειν Verb: Pres Act Infin
    • δεσπόζεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • δεσπόζῃ Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • δεσπόζοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • δεσπόζοντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
    • δεσπόζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
δεσπόζων
δεσπόσεις
δέσποτα
δεσπόταις
δεσπότας
δεσποτεία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • rule, dominion, sovereignty, the power of a master or lord
    • absolute authority and control
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδεσποτείαδεσποτεῖαι
GENδεσποτείαςδεσποτειῶν
DATδεσποτείᾳδεσποτείαις
ACCδεσποτείανδεσποτείας
δεσποτείας
δεσποτεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to rule, have dominion, enjoy ownership of
  • Forms:
δεσπότῃ
δεσπότην
δεσπότης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • lord, master, despot
    • owner of a ship
    • one who wields absolute authority and control
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMδεσπότηςδεσπόται
GENδεσπότουδεσποτῶν
DATδεσπότῃδεσπόταις
ACCδεσπότηνδεσπότας
VOCδέσποταδεσπόται
δεσπότου
δεσποτῶν