βολαί
  • Parse: Noun: Nom Plur Fem
  • Root: βολή
βολάς
  • Parse: Noun: Acc Plur Fem
  • Root: βολή
βόλβιτα
βολβίτοις
βόλβιτον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: dung, cow dung, filth
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMβόλβιτονβόλβιτα
GENβολβίτουβολβίτων
DATβολβίτῳβολβίτοις
ACCβόλβιτονβόλβιτα
βολβίτῳ
βολβίτων
βολέω
βολή
Feminine
 SingularPlural
NOMβολήβολαί
GENβολῆςβολῶν
DATβολῇβολαῖς
ACCβολήνβολάς
VOCβολήβολαί
βολήν
  • Parse: Noun: Acc Sing Fem
  • Root: βολή
βολίδα
βολίδας
βολίδες
βολίδι
βολίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to heave the lead, sound for depth
  • Forms:
    • βολίσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
βολίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a missile, javelin, arrow, dart, spear, lance
    • a weapon thrown or discharged (as opposed to a sword)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMβολίςβολίδες
GENβολίδοςβολίδων
DATβολίδιβολίσι(ν)
ACCβολίδαβολίδας
VOCβολίβολίδες
βολίσαντες
  • Parse: Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
  • Root: βολίζω
βολίσι
βολίσιν
βόλος