βοτάναι
βοτάνας
βοτάνη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • fodder, pasture, herb, plant
    • natural plant growth on the land
    • useful vegetation, vegetable plant
    • Figurative of persons: a plant (e.g., Ignatius Ephesians 10:3; Ignatius Philadelphians 3:1)
    • Figurative of teaching: a plant (of false teaching, Ignatius Trallians 6:1)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMβοτάνηβοτάναι
GENβοτάνηςβοτανῶν
DATβοτάνῃβοτάναις
ACCβοτάνηνβοτάνας
VOCβοτάνηβοτάναι
βοτάνῃ
βοτάνην
βοτάνης
βοτανῶν
βότρυας
βοτρύδια
βοτρύδιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMβοτρύδιονβοτρύδια
GENβοτρυδίουβοτρυδίων
DATβοτρυδίῳβοτρυδίοις
ACCβοτρύδιονβοτρύδια
βότρυες
βότρυι, βότρυϊ
βότρυν
βότρυος
βότρυς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a cluster (of grapes), a bunch (of grapes)
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMβότρυςβότρυες
GENβότρυοςβοτρύων
DATβότρυιβότρυσι(ν)
ACCβότρυνβότρυας
βότρυσιν
βοτρύων