βοί, βοΐ
βοΐδια
βοΐδιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMβοΐδιονβοΐδια
GENβοϊδίουβοϊδίων
DATβοϊδίῳβοϊδίοις
ACCβοΐδιονβοΐδια