χεεῖ
  • Parse: Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • Root: χέω
χέει
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • Root: χέω
χείλεσι
χείλεσιν
χειλέων
χείλη
χεῖλος
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • lip (of the mouth)
    • organ of speech
    • speech community, language, dialect
    • shore, edge (of land)
    • a flat, oblong surface along something else
    • the far end of a flat surface (of a curtain or a lake)
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMχεῖλοςχείλα
χείλη
GENχείλουςχειλῶν
χειλέων
DATχείλειχείλεσι(ν)
ACCχείλοςχείλα
χείλη
χείλους
χειμάζεται
χειμαζόμενος
χειμαζόμενων
χειμάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to spend the winter
      • to raise a storm, raise a tempest
      • to agitate, distress (like a storm)
      • to cause distress to, batter, hammer, attack
    • Passive:
      • to suffer grievously
      • to be driven by a storm
      • to be distressed
  • Cognates: παραχειμάζω
  • Forms:
    • χειμαζόμενος Verb: Pres Mid/Pass part Nom Sing Masc
    • χειμάζεται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
    • χειμαζόμενων Verb: Pres Pass Part Gen Plur Masc
χείμαῤῥοι
χειμάῤῥοις
χείμαῤῥον
χείμαῤῥος
χειμάῤῥου
χειμάῤῥουν, χειμάρρουν
χειμάῤῥους, χειμάρρους
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • brook, stream, storm stream, rushing stream
    • abundant flowing water (like a flash-flood, river, tears)
  • Note: also spelled χείμαρρος
  • Note: always substantival, not adjectival
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMχειμάῤῥους
χειμάρρους
χείμαῤῥος
χείμαρρος
χείμαῤῥον
χείμαρρον
GENχειμάῤῥου
χειμάρρου
DATχειμάῤῥῳ
χειμάρρῳ
ACCχειμάῤῥουν
χειμάρρουν
χειμάρρον
χειμάρρον
Plural
 MascFemNeut
NOMχείμαῤῥοι
χείμαρροι
χειμάῤῥα
χειμάρρα
GENχειμάῤῥων
χειμάρρων
DATχειμάῤῥοις
χειμάρροις
ACCχειμάῤῥους
χειμάρρους
χειμάῤῥα
χειμάρρα
χειμάῤῥῳ
χειμάῤῥων
χειμερινῇ
χειμερινή
χειμερινοί
χειμερινόν
χειμερινός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: stormy, pertaining to winter, winter
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMχειμερινόςχειμερινάχειμερινόν
GENχειμερινοῦχειμερινᾶςχειμερινοῦ
DATχειμερινῷχειμερινᾷ
χειμερινῇ
χειμερινῷ
ACCχειμερινόνχειμερινάνχειμερινόν
Plural
 MascFemNeut
NOMχειμερινοίχειμεριναίχειμερινά
GENχειμερινῶν
DATχειμερινοῖςχειμεριναῖςχειμερινοῖς
ACCχειμερινούςχειμερινάςχειμερινά
χειμερινῷ
χειμέριος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: wintry, frosty
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMχειμέριοςχειμερίαχειμέριον
GENχειμερίουχειμερίαςχειμερίου
DATχειμερίῳχειμερίᾳχειμερίῳ
ACCχειμέριονχειμερίανχειμέριον
Plural
 MascFemNeut
NOMχειμέριοιχειμέριαιχειμέρια
GENχειμερίων
DATχειμερίοιςχειμερίαιςχειμερίοις
ACCχειμερίουςχειμερίαςχειμέρια
χειμών
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • downpour, heavy rain, storm, tempest, foul weather, winter
    • foul weather
    • winter
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMχειμώνχειμῶνες
GENχειμῶνοςχειμώνων
DATχειμῶνιχειμῶσι
ACCχειμῶναχειμῶνας
VOCχειμώνχειμῶνες
χειμῶνα
χειμῶνας
χειμῶνι
χειμῶνος
χείρ
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • hand (includes the wrist)
    • forefoot (of an animal)
    • power, authority
      • ὑπὸ χεῖρας = under authority
    • signpost (with a pointing hand)
    • axle tree, axle shaft
    • the inner part of a spoked wheel. As an illustration, spread out your hand to see that your palm represents the hub and your fingers the spokes; the νῶτοι are the things (i.e., rims) on the other end of the hub. (1Kings 7:33)
    • handle
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMχείρχεῖρες
GENχειρόςχειρῶν
DATχειρίχερσί(ν)
ACCχεῖραχεῖρας
χεῖρα
  • Parse: Noun: Acc Sing Fem
  • Root: χείρ
χειραγωγέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to lead by the hand
  • Forms:
    • χειραγωγούμενον Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Masc
    • χειραγωγούμενος Verb: Pres Pass Part Nom Sing Masc
    • χειραγωγοῦντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • χειραγωγοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
χειραγωγία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: help, assistance
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMχειραγωγίαχειραγωγίαι
GENχειραγωγίαςχειραγωγιῶν
DATχειραγωγίᾳχειραγωγίαις
ACCχειραγωγίανχειραγωγίας
χειραγωγίᾳ
χειραγωγός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: someone who leads by the hand
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMχειραγωγόςχειραγωγοί
GENχειραγωγοῦχειραγωγῶν
DATχειραγωγῷχειραγωγοῖς
ACCχειραγωγόνχειραγωγούς
VOCχειραγωγέχειραγωγοί
χειραγωγούμενον
χειραγωγούμενος
χειραγωγοῦντα
χειραγωγοῦντες
χειραγωγούς
χεῖρας
  • Parse: Noun: Acc Plur Fem
  • Root: χείρ
χεῖρες
  • Parse: Noun: Nom Plur Fem
  • Root: χείρ
χειρέω
χειρί
  • Parse: Noun: Dat Sing Fem
  • Root: χείρ
χειρίζειν
χειρίζω
χείριστα
χείριστος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc Superlative
  • Meaning: worst
  • Note: superlative of χείρων
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMχείριστοςχειρίστηχείριστον
GENχειρίστουχειρίστηςχειρίστου
DATχειρίστῳχειρίστῃχειρίστῳ
ACCχείριστονχειρίστηνχείριστον
Plural
 MascFemNeut
NOMχείριστοιχείρισταιχείριστα
GENχειρίστων
DATχειρίστοιςχειρίσταιςχειρίστοις
ACCχειρίστουςχειρίσταςχείριστα
χειρίστους
χειρίστῳ
χειρίστως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: sorely, in a worse way
χειρόγραφον
Neuter
 SingularPlural
NOMχειρόγραφονχειρόγραφα
GENχειρογράφουχειρογράφων
DATχειρογράφῳχειρογράφοις
ACCχειρόγραφονχειρόγραφα
χείρον
  • Parse:
    • Adj: Acc Sing Neut
    • Adj: Nom Sing Neut
  • Root: χείρων
χείρονα
χείρονες
χειρονομία
Feminine
 SingularPlural
NOMχειρονομίαχειρονομίαι
GENχειρονομίαςχειρονομιῶν
DATχειρονομίᾳχειρονομίαις
ACCχειρονομίανχειρονομίας
χειρονομίαις
χείρονος
χειρόομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Root: χειρόω
χειροπέδαι
χειροπέδαις
χειροπέδη
  • Parse: Noun: Nom Plur Fem
  • Meaning: handcuff
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMχειροπέδηχειροπέδαι
GENχειροπέδηςχειροπέδων
DATχειροπέδῃχειροπέδαις
ACCχειροπέδηνχειροπέδας
VOCχειροπέδηχειροπέδαι
χειροπέδων
χειροποίητα
χειροποιήτοις
χειροποίητον
χειροποίητος
Neuter
 SingularPlural
NOMχειροποίητονχειροποίητα
GENχειροποιήτουχειροποιήτων
DATχειροποιήτῳχειροποιήτοις
ACCχειροποίητονχειροποίητα
χειροποιήτου
χειρός
  • Parse: Noun: Gen Sing Fem
  • Root: χείρ
χειροτονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to vote, choose, select, appoint, ordain
    • to stretch out the hand (to indicate a vote)
  • Cognates: προχειροτονέω
  • Forms:
    • χειροτονηθείς Verb: Aor Pass Part Nom Sing Masc
    • χειροτονηθέντα Verb: Aor Pass Part Acc Sing Masc
    • χειροτονήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • χειροτονήσατε Verb: Aor Act ind/Imperative 2nd Plur
    • χειροτονῆσαι
      • Verb: Aor Act infin
      • Verb: Aor mid Imperative 2nd sing
χειροτονηθείς
χειροτονηθέντα
χειροτονῆσαι
χειροτονήσαντες
χειροτονήσατε
χειροτονία
  • Parse: Noun: Acc Sing Fem
  • Meaning:
    • stretching forth the hand (to grab something or to hurt someone)
    • extension of the hand
    • voting by a show of hands
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMχειροτονίαχειροτονίαι
GENχειροτονίαςχειροτονιῶν
DATχειροτονίᾳχειροτονίαις
ACCχειροτονίανχειροτονίας
χειροτονίαν
χείρους
χειρόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to master, subdue, worst
    • Middle:
      • to conquer, overpower, subdue
      • to attack (as the actions of an animal)
      • to kill
    • Passive:
      • to be mastered, conquered, subdued
      • to be led captive
  • Forms:
    • ἐχειρώσαντο Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • χειρόομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • χειρωσάμενοι Verb: Aor Mid Part Nom Plur Masc
    • χειρώσασθαι Verb: Aor Mid Infin
    • χειρώσηται Verb: Aor Mid sing 3rd Sing
χείρω
χείρων
Singular
 MascFemNeut
NOMχείρωνχείρον
GENχείρονος
DATχείρονι
ACCχείροναχείρον
Plural
 MascFemNeut
NOMχείρονεςχείρονα
GENχειρόνων
DATχείροσι
ACCχείροςχείρονα
  • Comparatives & Superlatives
  • χείρους Adj: Acc plur masc/Fem comp
χειρῶν
  • Parse: Noun: Gen Plur Fem
  • Root: χείρ
χειρωσάμενοι
  • Parse: Verb: Aor Mid Part Nom Plur Masc
  • Root: χειρόω
χειρώσασθαι
χειρώσηται
χεῖται
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • Root: χέω
χελιδόνες
χελιδών
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: swallow
  • Concord: Jeremy 21; Isa 38:14; Jer 8:7
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMχελιδώνχελιδόνες
GENχελιδόνοςχελιδόνων
DATχελιδόνιχελιδόνσι(ν)
ACCχελιδόναχελιδόνας
χελύνια
χελύνιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: jaw, lip
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMχελύνιονχελύνια
GENχελυνίουχελυνίων
DATχελυνίῳχελυνίοις
ACCχελύνιονχελύνια
χελῶναι
χελώνη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • hillock, mound
    • heap (a bump like a turtle); tortoise
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMχελώνηχελῶναι
GENχελώνηςχελωνῶν
DATχελώνῃχελώναις
ACCχελώνηνχελώνας
VOCχελώνηχελῶναι
χελωνίδος
χελωνίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • threshold
    • lyre
    • footstool
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMχελωνίςχελωνίδες
GENχελωνίδοςχελωνίδων
DATχελωνίδιχελωνίσι(ν)
ACCχελωνίδαχελωνίδας
VOCχελωνίχελωνίδες
χερέθ
  • Parse: Noun: Acc Sing Fem (Transliterated Hebrew)
  • Meaning: prison cell, dungeon, excommunication
  • Concord: Jer. 37:16 (MT); 44:16 (LXX)
χεροκένως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: with empty hands, unarmed
χερούβ
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: cherub
  • Hebrew:
χερουβείν
χερουβίμ
  • Parse: Transliterated noun
  • Hebrew:
  • Meaning: cherubim, cherubs
  • Forms:
    • χερουβίν Plural noun
    • χερουβείν Plural noun
χερουβίν
χερσαῖα
χερσαῖος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: suited to dry land, from or of dry land, living or found thereon, inhabiting dry land
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMχερσαῖοςχερσαίαχερσαῖον
GENχερσαίουχερσαίαςχερσαίου
DATχερσαίῳχερσαίᾳχερσαίῳ
ACCχερσαῖονχερσαίανχερσαῖον
VOCχερσαῖεχερσαίαχερσαῖε
Plural
 MascFemNeut
NOMχερσαῖοιχερσαῖαιχερσαῖα
GENχερσαίωνχερσαίωνχερσαίων
DATχερσαίοιςχερσαίαιςχερσαίοις
ACCχερσαίουςχερσαίαςχερσαῖα
VOCχερσαῖοιχερσαῖαιχερσαῖα
χερσεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be dry land, lie waste
χερσί
  • Parse: Noun: Dat Plur Fem
  • Root: χείρ
χερσίν
  • Parse: Noun: Dat Plur Fem
  • Root: χείρ
χέρσον
χερσόομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Root: χερσόω
χέρσος
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • land, shore
    • dry land
    • barren land (i.e., barren of verdant grass, trees, and bushes although there may be weeds, thistles, etc.)
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMχέρσοςχέρσον
GENχέρσου
DATχέρσῳ
ACCχέρσον
Plural
 MascFemNeut
NOMχέρσοιχέρσα
GENχέρσων
DATχέρσοις
ACCχέρσουςχέρσα
χέρσου
χερσοῦνται
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • Root: χερσόω
χερσόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to make into dry land
      • to make dry
      • to make barren and desolate
    • Passive:
      • to be left dry and barren
  • Forms:
    • κεχερσωμένοι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Masc
    • κεχερσωμένη Verb: Perf Mid Part Nom Sing Fem
    • χερσόομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • χερσωθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • χερσωθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • χερσοῦνται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • χερσωθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
χερσωθέντες
  • Parse: Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
  • Root: χερσόω
χερσωθήσεται
χερσωθήσονται
χεττιιν
  • Parse: Transliterated Hebrew
  • Hebrew: ,
  • Meaning:
    • linen garment
    • houses?
    • Hittites, Kittim
  • Concord: II Kings 23:7; I Kings 10:29; Ezek 27:6; Judg 1:26
χέω