Close ×
Home
πέρδικα
πέρδικας
πέρδικες
πέρδικι
περδίκων
πέρδιξ
περδ-
☰
π--
πα--
πε--
πεδ-
πεζ-
πει-
πελ-
πεμ-
πεν-
πεπ-
περ-
περα
περδι-
περι
περκ
περο
περπ
περυ
πεσ-
πετ-
πευ-
πεφ-
πεψ-
πη--
πι--
πλ--
πν--
πο--
πρ--
πτ--
πυ--
πω--
πέρδικα
Parse:
Noun: Acc Sing Masc/Fem
Root:
πέρδιξ
πέρδικας
Parse:
Noun: Acc Plur Masc/Fem
Root:
πέρδιξ
πέρδικες
Root:
πέρδιξ
πέρδικι
Parse:
Noun: Dat Sing Masc/Fem
Root:
πέρδιξ
περδίκων
Parse:
Noun: Gen Plur Masc/Fem
Root:
πέρδιξ
πέρδιξ
Meaning:
a partridge