περιπαθῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • in violent excitement
    • with violent emotion
    • in violent rage
    • with passionate indignation
    • passionately
    • greatly distressed
  • Cognates: περιπαθῶς, συμπαθῶς
περιπατεῖ
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • Root: περιπατέω
περιπάτει
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
  • Root: περιπατέω
περιπατεῖν
περιπατεῖς
περιπατεῖτε
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
  • Root: περιπατέω
περιπατείτω
περιπατέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to go about, walk around (a place)
    • to go about (as a description of clothing)
    • to walk along, walk up and down
    • to walk (as the walk of life), conduct oneself, conduct one's life
    • to be occupied with
  • Cognates: ἐμπεριπατέω, καταπατέω, πατέω, περιπατέω, συμπατέω
  • Forms:
    • περιεπάτουν
      • Verb: Imp Act Ind 1st Sing
      • Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • περιπατεῖ
      • Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • περιεπάτει Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • περιεπάτεις Verb: Imp act Ind 2nd Sing
    • περιεπάτησα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • περιεπατήσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
    • περιεπάτησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • περιεπάτησας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • περιεπατήσατε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
    • περιεπάτησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • περιεπάτησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • περιεπατοῦμεν Verb: Imp Act Imperative 1st Plur
    • περιεπεπατήκει Verb: Pluperfect act Ind 3rd Sing
    • περιπάτει
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
      • Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • περιπατεῖν Verb: Pres Act Infin
    • περιπατεῖς Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • περιπατεῖτε
      • Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
      • Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • περιπατείτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
    • περιπατῇ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • περιπατῇς Verb: Pres Act Subj 2nd Sing
    • περιπατῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • περιπατήσαισαν Verb: Aor Act Opt 3rd Plur
    • περιπατήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • περιπατήσας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • περιπατήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • περιπατήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • περιπατήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • περιπατήσουσι Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • περιπατήσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • περιπατήσωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
    • περιπατῆτε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
    • περιπατοῦμεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
    • περιπατοῦντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • περιπατοῦντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • περιπατοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • περιπατοῦντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
    • περιπατοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
    • περιπατούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • περιπατοῦσαν Verb: Pres Act Part Acc Sing Fem
    • περιπατοῦσι
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
      • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc
    • περιπατοῦσιν
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
      • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc
    • περιπατῶ Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • περιπατῶμεν Verb: Pres Act Subj 1st Plur
    • περιπατῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • περιπεπατήκει Verb: Pluperfect act Ind 3rd Sing
περιπατῇ
περιπατῇς
περιπατῆσαι
περιπατήσαισαν
περιπατήσαντες
περιπατήσας
περιπατήσει
περιπατήσεις
περιπατήσῃ
περιπατήσουσι
περιπατήσουσιν
περιπατήσωμεν
περιπατῆτε
περίπατοι
περιπάτοις
περίπατον
περίπατος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • walk, a walking about, walking around, promenade
    • a public walk
    • place for walking
    • digression
    • range
    • discussion
  • Forms:
    • περίπατοι Noun: Nom Plur Masc
    • περιπάτοις Noun: Dat Plur Masc
    • περίπατον Noun: Acc Sing Masc
    • περιπάτου Noun: Gen Sing Masc
περιπάτου
περιπατοῦμεν
περιπατοῦντα
περιπατοῦντας
περιπατοῦντες
περιπατοῦντι
περιπατοῦντος
περιπατούντων
περιπατοῦσαν
περιπατοῦσι
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc
  • Root: περιπατέω
περιπατοῦσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc
  • Root: περιπατέω
περιπατῶ
περιπατῶμεν
περιπατῶν
περιπείρω
περιπεπατήκει
περιπεπλεγμένη
περιπεπλεγμένοι
περιπεπληγμένον
περιπεποίημαι
περιπεσεῖν
περιπεσεῖσθε
περιπέσητε
περιπεσόντα
περιπεσόντες
περιπεσών
περιπεφραγμέναι
περιπεφραγμένην
περίπικρον
περίπικρος
περιπίπτει
περιπίπτειν
περιπίπτω
περιπλέκεσθαι
περιπλεκομένη
περιπλεκομένην
περιπλεκόμενοι
περιπλέκω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to bind up, tie up
      • to embrace, encompass
      • to frame in
      • to weave around, entwine around
      • Metaphorically: to make up and compose (a deceptive story)
      • Metaphorically: to apply all over
    • Middle/Passive:
      • to embrace, hug
      • to entangle, intertwine
      • to be twisted
      • to bend oneself
      • to wear (something) around (something)
  • Cognates: ἐκπλέκω, ἐμπλέκω, παρεμπλέκω, περιπλέκω, πλέκω, συμπλέκω
  • Forms:
    • περιπλεκομένην Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Fem
    • περιπλέκεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • περιεπλάκησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • περιέπλεκεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • περιπεπλεγμένη Verb: Perf Mid Part Nom Sing Fem
    • περιπεπλεγμένοι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Masc
    • περιπλεκομένη Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
    • περιπλεκόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • περιπλέκων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
περιπλέκων
περιπλήσσω
περιπνίγω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to cause to suffocaate (esp. by drowning)
  • Forms:
    • περιέπνιξα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
περιποιεῖ
περιποιεῖσθε
περιποιεῖται
περιποιέομαι
περιποιέω
περιποίησαι
περιποιῆσαι
περιποιησάμενοι
περιποιησάμενος
περιποιήσαντι
περιποιήσασθαι
περιποιήσασθε
περιποιήσεσθε
περιποιήσεται
περιποιήσετε
περιποιήσεως
περιποιήσῃ
περιποίησιν
περιποίησις
Feminine
 SingularPlural
NOMπεριποίησιςπεριποιήσεις
GENπεριποιήσεωςπεριποιήσεων
DATπεριποιήσειπεριποιήσεσι(ν)
ACCπεριποίησινπεριποιήσεις
περιποιησόμεθα
περιποιήσονται
περιποιησώμεθα
περιποιούμενοι
περιποιοῦνται
περιπόλια
περιπόλιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • suburbs, environs, outskirts
    • a station for patrols
    • a guard-house
    • surrounding fortification
  • Forms:
    • περιπόλια Noun: Nom/Acc Plur Neut
περιπορεύεται
περιπορεύομαι
περιπόρφυρα
περιπόρφυρον
περιπόρφυρος
περίπτερα
περίπτερον
περίπτερος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • flying around about (e.g., sparks are flying about)
    • surrounded by a gallery or colonnade
    • a temple with a single row of columns all around it
  • Cognates: ὀξύπτερος, περίπτερος
  • Forms:
    • περίπτερα Adj: Nom Plur Neut
    • περίπτερον Adj: Acc Sing Masc
περίπτωμα
Neuter
 SingularPlural
NOMπερίπτωμαπεριπτώματα
GENπεριπτώματοςπεριπτωμάτων
DATπεριπτώματιπεριπτώμασι(ν)
ACCπερίπτωμαπεριπτώματα
περιπτώματι
περιπτώσεις
περίπτωσις
Feminine
 SingularPlural
NOMπερίπτωσιςπεριπτώσεις
GENπεριπτώσεωςπεριπτώσεων
DATπεριπτώσειπεριπτώσεσι(ν)
ACCπερίπτωσι(ν)περιπτώσεις