περιοδεῦσαι
περιοδεύσατε
περιοδεύω
περίοδος
περιόδῳ
περίοικα
περιοικέω
περιοικοδομέω
περιοικοδομήσει
περιοικοδομήσουσιν
περίοικοι
top
περίοικον
περίοικος
περιοίκου
περιοικοῦντας
περιοίκους
περιοίκῳ
περιόν
περιόντες
περιόντος
περιονυχιεῖς
περιονυχίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to pare fingernails
  • Cognates: ὀνυχίζω
  • Forms:
    • περιονυχιεῖς Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
περιοῦσαν
περιουσιασμόν
περιουσιασμός
top
περιουσιασμούς
περιούσιον
περιούσιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • above and beyond
    • chosen, special, distinctive
  • Forms:
    • περιούσιον Adj: Acc Sing Masc
περιοχή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • message content; wording of the scripture passage
    • the portion of scripture
    • fortification
    • wall of circumvallation (i.e., a defensive wall of a castle or walled city)
    • hemming
    • siege
  • Forms:
    • περιοχήν Noun: Acc Sing Fem
    • περιοχῆς Noun: Gen Sing Fem
    • περιοχῇ Noun: Dat Sing Fem
περιοχῇ
περιοχήν
περιοχῆς