περιραίνω
περιρανεῖ
περιρανεῖς
περιρήγνυμι
περιρήξαντες
περιρήξας
περιρραίνω
περιρραίνων
περιρρανεῖ
περιρρανεῖς
περιρραντίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to sprinkle all around
    • to purify all around
  • Cognates: ἐπιρραντίζω, ῥαντίζω
  • Forms:
    • περιερραντίσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
top
περιρρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to stream around, splash about
    • to run around
    • to be scattered around
  • Forms:
    • περιέρρεον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
περιῤῥήγνυμι
περιρρήγνυω
περιρρήξαντες
περιρρήξας