περιφανῶς
περιφέρει
περιφέρεια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem (Eccl 9:3; 10:13)
  • Meaning:
    • madness
    • error
    • erroneous thinking
    • the line round a circular body, a periphery, circumference
περιφέρειν
περιφερές
περιφέρεσθε
περιφέρεται
περιφερής
Singular
 MascFemNeut
NOMπεριφερήςπεριφερές
GENπεριφεροῦς
DATπεριφερεῖ
ACCπεριφερῆπεριφερές
Plural
 MascFemNeut
NOMπεριφερεῖςπεριφερῆ
GENπεριφερῶν
DATπεριφερέσι(ν)
ACCπεριφερεῖςπεριφερῆ
περιφερόμεναι
περιφερόμενοι
περιφέροντες
περιφέρω
περιφορά
περιφοράν
περιφράξαι
περιφράξας
περίφραξον
περιφράσσω
περιφρονείτω
περίφρονες
περιφρονέω
περιφρονῆσαι
περίφρων
περιφυτεύω