μετέβαινεν
μετέβαλε
μετέβαλεν
μετεβάλλετο
μετέβη
μετεγραψάμην
μετεγράψατο
μετεδίδου
μετέδωκα
μετέδωκεν
μετέθηκε
μετέθηκεν
μετειληφότες
μετεῖχον
μετεκάλεσα
μετεκαλέσατο
μετεκίνησεν
μετεκιρνᾶτο
μετέλαβεν
μετελάβετε
μετέλαβον
μετελάμβανον
μετελεύσεται
μετελθεῖν
μετελθέτω
μετέλθω
μετεμελήθη
μετεμελήθητε
μετεμελόμην
μετεμέλοντο
μετεμορφώθη
μετενέγκωμεν
μετενεχθῆναι
μετενόησα
μετενόησαν
μετενόησε
μετενόησεν
μετέπειτα
  • Parse: Adverb
  • Meaning: afterward, thereafter, hereafter
μετεπέμψασθε
μετεπέμψατο
μετέπεσεν
μετέρχομαι
μετερχομένων
μετεστάθη
μετεστάθησαν
μετέστησαν
μετέστησε
μετέστησεν
μετεστράφη
μετεστράφησαν
μετέστρεψεν
μετέσχε
μετέσχεν
μετέσχηκεν
μετεσχηκότας
  • Parse: Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
  • Root: μετέχω
μετεσχημάτισα
μετετέθη
μετετέθησαν
μετετράπη
μετετρέπετο
μετέτρεψεν
μετέχειν
μετέχητε
μετέχομεν
μετέχοντες
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • Root: μετέχω
μετέχουσι
μετέχουσιν
μετέχω
  • Present
  • μετέχητε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
  • μετέχειν Verb: Pres Act Infin
  • μετέχομεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
  • μετέχοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • μετέχουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • μετέχουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • μετέχων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • μετεῖχον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • Aorist
  • μετασχεῖν Verb: Aor Act Infin
  • μετάσχετε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • μετασχέτω Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
  • μετάσχωσι Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • μετέσχε Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • μετέσχεν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • μετέσχηκεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • μετεσχηκότας Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
μετέχων
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Root: μετέχω
μετέωρα
μετεωρίζεσθαι
μετεωρίζεσθε
μετεωρίζου
μετεωρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to worry, be anxious
      • to doubt, be of doubtful mind
      • to raise into mid-air, suspend, elevate
    • Middle:
      • to mount up
      • to soar aloft (of an eagle)
      • to rise up (of the cherubs)
      • to lift up (against a city)
      • to rise up against
      • to be raised, lifted
      • to be exalted, raised to a height
    • Passive:
      • to be elated (in spirit)
      • to be haughty (in mind)
      • to be arrogant
  • Forms:
    • ἐμετεωρίζετο Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
    • ἐμετεωρίζοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • ἐμετεωρίσθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • μετεωρίζεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • μετεωρίζεσθε Verb: Pres pass Imperative 2nd Plur
    • μετεωρίζου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μετεωρισθέντα Verb: Aor Pass Part Acc Plur Neut
    • μετεωρισθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • μετεωρισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
μετεωρισθέντα
μετεωρισθῇς
μετεωρισθήσεται
μετεωρισμοί
μετεωρισμοῖς
μετεωρισμόν
μετεωρισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • billow, a surging or swelling of waves, a rising to the surface
    • act of lifting high
    • haughty, elated, inflated, swollen
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMμετεωρισμόςμετεωρισμοί
GENμετεωρισμοῦμετεωρισμῶν
DATμετεωρισμῷμετεωρισμοῖς
ACCμετεωρισμόνμετεωρισμούς
VOCμετεωρισμέμετεωρισμοί
μετεωρισμούς
μετέωροι
μετέωρον
μετέωρος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • lifted into mid-air, elated, suspended, hanging
    • lifted high off the ground, lofty, high
    • uplifted, upper, raised from the ground
    • exalted
    • haughty, arrogant, proud
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMμετέωροςμετέωρον
GENμετεώρου
DATμετεώρῳ
ACCμετέωρον
Plural
 MascFemNeut
NOMμετέωροιμετέωρα
GENμετεώρων
DATμετεώροις
ACCμετεώρουςμετέωρα
μετεώρου
μετεώρῳ
μετεώρων